Arch.Uth Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Arch.Uth UTH.gr English

 Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά την προσβασιμότητα των ατόμων με αναπηρία όρασης στους χώρους άθλησης της πόλης του Βόλου, εστιάζοντας στη συνάρτηση αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, κοινωνικής ένταξης και ισότιμης συμμετοχής. Αρχικά, καταγράφεται και αναλύεται το σύνολο των γυμναστηρίων της περιοχής, με συστηματική παρουσίαση των παρεχόμενων υπηρεσιών και των υφιστάμενων υποδομών που σχετίζονται με την έννοια της καθολικής πρόσβασης. Στη συνέχεια, εξετάζονται τα βασικά προβλήματα και οι ανάγκες των τυφλών ατόμων, τόσο σε επίπεδο καθημερινής κίνησης στον αστικό χώρο όσο και σε σχέση με την άσκηση και τη χρήση γυμναστηριακών εγκαταστάσεων.

 Η μελέτη αξιοποιεί βιβλιογραφικές πηγές, θεσμικό πλαίσιο και προσωπικές μαρτυρίες, προκειμένου να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η απουσία οπτικών πληροφοριών μπορεί να αντισταθμιστεί μέσω εναλλακτικών αισθητηριακών καναλιών (απτική, ακουστική, χωρική μνήμη). Επιπλέον, προτείνονται αρχές και κατευθύνσεις καθολικού σχεδιασμού που ενισχύουν την ανεξάρτητη χρήση του χώρου, όπως η εφαρμογή ραμπών και ανελκυστήρων, η σήμανση σε γραφή Braille, οι ειδικοί χώροι φύλαξης σκύλων-οδηγών και η αποφυγή υπερφόρτωσης ή ελλιπούς πληροφόρησης στο δομημένο περιβάλλον.

 Η εργασία επιχειρεί να απαντήσει σε κρίσιμα ερευνητικά ερωτήματα σχετικά με τη διαφοροποίηση της χωρικής αντίληψης σε συνθήκες απουσίας όρασης, τον ρόλο των χωρικών στοιχείων ως φορέων πληροφορίας και τις δυνατότητες αξιοποίησης αυτής της γνώσης για την ανάπτυξη αρχιτεκτονικών λύσεων με καθολικό χαρακτήρα. Συνολικά, τεκμηριώνεται ότι η προσβασιμότητα στους χώρους άθλησης δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα σχεδιασμού, αλλά θεμελιώδη όρο κοινωνικής ένταξης, αυτονομίας και βελτίωσης της ποιότητας ζωής των ατόμων με αναπηρία όρασης.

Επιβλέπων: Μητρούλιας Γεώργιος

Αριθμός Αναφοράς: 1176

 

 Μια μικρή αγροικία σε αγροτεμάχιο 2,5 στρεμμάτων που είναι χρόνια εγκαταλειμμένη, επιχειρείται να επανακατοικηθεί. Βρίσκεται στο Κρυονέρι Αττικής, σε θέση μικτής χρήσης, με κατοικίες και μεγάλες αποθήκες χαμηλής όχλησης. Η συνθήκη αυτή συγκροτεί ένα αρκετά περίπλοκο και ετερογενές τοπίο, στο οποίο στοιχεία του δομημένου και του φυσικού περιβάλλοντος εμπλέκονται σε μια συνύπαρξη αντιθέτων.

 Το αγροτεμάχιο το οποίο απέκτησε μια οικογένεια Μικρασιατών το 1951 με κλήρο, εκτείνεται από τον δρόμο μέχρι το ρέμα, που αποτελεί διακλάδωση του Κηφισού. Εντός της κατοικίας υπάρχουν έπιπλα, ρούχα, δοχεία και φιάλες φαρμάκων. Σύμφωνα με μαρτυρίες γειτόνων έμενε ένας φαρμακοποιός.

 Στόχος της πρότασης είναι η επανακατοίκηση της αγροικίας ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες μιας καλλιτέχνιδας η οποία χρειάζεται τόσο την απομόνωση και την ηρεμία που παρέχει η συγκεκριμένη κατοικία, όσο και τη δυνατότητα να μπορεί να φιλοξενήσει μικρές ομάδες, με τις οποίες θα εργαστεί από κοινού στην εξερεύνηση φύσης, εαυτού και μουσικής. Βασικό μέλημα είναι να μη θιχτεί η υφιστάμενη συνθήκη ούτε του κτιρίου ούτε του περιβάλλοντος χώρου. Η βασική χειρονομία της παρέμβασης αφορά στη δημιουργία ενός υπόσκαφου χώρου σε επαφή με το υφιστάμενο κτίσμα, το οποίο θα παραλάβει όλες τις χρήσεις συνάντησης και συλλογικού καλλιτεχνικού πειραματισμού ενώ στην ίδια την κατοικία θα γίνουν μόνο οι απαραίτητες εργασίες ανακαίνισης, χωρίς να θιχτεί κανένα από τα στοιχεία των όψεων και της μορφολογίας του κτιρίου. Θα γίνουν ήπιες προσθήκες στην υφιστάμενη βλάστηση, σε συμφωνία με την τοπική χλωρίδα. Τα ήδη διαμορφωμένα από τη χρήση μονοπάτια θα χρησιμεύσουν για να καθοδηγήσουν προς το ρέμα όπου θα δημιουργηθεί μια επίσης υπόσκαφη σπηλιά.

 Η επανακατοίκηση της αγροικίας θα γίνει με όρους συντήρησης και επανάχρησης. Στη μνήμη των θραυσμάτων της ιστορίας της αγροικίας -ως περαιτέρω ερευνητικό πεδίο- προτείνεται να κατασκευαστούν χρηστικά αντικείμενα από αχρηστευμένη ξυλεία. Αντικείμενα που άντεξαν στο χρόνο θα συντηρηθούν και θα εκτεθούν σε προθήκες σε μνήμη της προηγούμενης ζωής του τόπου.

Επιβλέπουσα: Παπαδημητρίου Μαρία

Αριθμός Αναφοράς: 1126

 

 Η ψυχική υγεία δεν σχετίζεται μόνο με τις ψυχολογικές συνθήκες, φύλο, ηλικία κ.α. αλλά είναι αναπόσπαστο κομμάτι των περιβαλλοντικών συνθηκών.

 Ως άνθρωποι, επικοινωνούμε με τον περιβάλλοντα χώρο μας μέσω των αισθήσεων, αγγίζουμε, οσφραινόμαστε, βλέπουμε, ακούμε, γευόμαστε τον κόσμο γύρω μας.

 Σχεδιάζοντας λοιπόν, με γνώμονα τον άνθρωπο και το πώς ένα απλό κέλυφος μπορεί να επηρεάσει την ψυχολογία και την ψυχοσύνθεση, δημιουργείται η σύνθεση μιας Ψυχιατρικής Κλινικής. Για άτομα στα οποία ο νους λειτουργεί διαφορετικά σε σχέση με την «νόρμα» (μη νευροτυπικά) καταβάλλεται προσπάθεια για την ικανοποίηση των αισθήσεων, την κοινωνικοποίηση, την παραγωγικότητα, μέσα στην ασφάλεια ενός ελεγχόμενου περιβάλλοντος, χωρίς να τίθενται πνευματικοί περιορισμοί και όρια.

The purpose of architecture is to move us. Architectural emotion exists when the work rings within us in tune with a universe whose laws we obey, Recognise and respect. – Le Corbusier

Επιβλέπων: Στυλίδης Ιορδάνης

Αριθμός Αναφοράς: 1107

 

 Η διπλωματική εργασία διερευνά την αρχιτεκτονική και χωρική συνθήκη της δερματολογικής φροντίδας και προτείνει πρότυπες εγκαταστάσεις σφαιρικής δερματολογικής θεραπείας στην Κυπερούντα, στην Κύπρο.

 Η διερεύνηση αντλεί από την προσωπική εμπειρία του γράφοντα με τις θεραπευτικές προκλήσεις που αντιμετώπισε μετά τη διάγνωση αυτοάνοσης δερματικής πάθησης. Η συνεχής παρουσία, για περισσότερα από τρία χρόνια, σε δερματολογικές κλινικές, ειδικά στο πλαίσιο της Κύπρου, οδήγησε στο ερώτημα αν οι υπάρχουσες δημόσιες δομές υγείας είναι πραγματικά κατάλληλες για δερματολογικές παθήσεις και αν οι ανάγκες των ασθενών αντιμετωπίζονται με επάρκεια. Με οδηγό προσωπικά βιώματα και μελέτη της λειτουργίας των δημόσιων νοσοκομείων στην Κύπρο διαπιστώθηκε το σημαντικό κενό σε σύγχρονους χώρους δερματολογικής θεραπείας σε παγκύπριο επίπεδο. Εξετάστηκαν τα θετικά και αρνητικά εναλλακτικών τοποθεσιών και μεταξύ αυτών επιλέγηκε η περίπτωση της Κυπερούντας ως καταλληλότερη για την ανάπτυξη ενός πρότυπου κέντρου στο οποίο θα παρέχεται ολοκληρωμένη δερματολογική φροντίδα, όπου η ιατρική περίθαλψη θα πραγματοποιείται με τη συμβολή του φυσικού περιβάλλοντος της ορεινής αυτής περιοχής.

 Η αρχιτεκτονική πρόταση αντιμετωπίζει τόσο την έντονη μορφολογία του εδάφους, την γειτνίαση με υφιστάμενα ιστορικά κτίρια νοσοκομειακού χαρακτήρα, αλλά και τις υλικότητες στο ευρύτερο περιβάλλον προτείνοντας την κατανομή του προγράμματος σε τρία κτίρια: το Κτίριο της Δερματολογικής Κλινικής, μια Μονάδα Καλλιέργειας και Παραγωγής Βιολογικών Προϊόντων και ένα Κέντρο Ενημέρωσης με Εστία Επισκεπτών. Αυτά τα τρία κτίρια μαζί, και με το υφιστάμενο Νοσοκομείο, συμβάλλουν στην δημιουργία ενός ολικού πρότυπου κέντρου για την αντιμετώπιση των δερματολογικών παθήσεων με δυνατότητες ανάπτυξης εναλλακτικής θεραπείας. Η πρόταση αντιλαμβάνεται τη φροντίδα ως έννοια πέρα από τη στενή αντίληψη της ιατρικής θεραπείας και ως πρακτική που περιλαμβάνει την ενημέρωση, την πρόληψη και την ευαισθητοποίηση του κοινού. Παράλληλα, επιδιώκει την ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος ως ενεργό παράγοντα στη φροντίδα των ασθενών καλλιεργώντας νέες συνδέσεις ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και τη δημόσια υγεία.

Επιβλέπων: Φωκαΐδης Πέτρος

Αριθμός Αναφοράς: 1185

 

 Τι και αν τα παιδιά μάθαιναν παίζοντας σ΄ένα χώρο που τους δίνεται η ελευθερία να έρχονται σε επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον; Η διπλωματική εργασία αφορά τον σχεδιασμό ενός νηπιαγωγείου στο Βόλο, με στόχο να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον μάθησης μεταβάλλοντας τα όρια της παραδοσιακής αίθουσας και προσφέροντας στα παιδιά ελευθερία και έμπνευση. Η βασική συνθετική ιδέα προκύπτει από την έννοια της σκιάς του δέντρου που σχεδιάζεται ως διάτρητο δώμα, κάτω από το οποίο διατάσσονται οι επιμέρους αίθουσες σε ξεχωριστούς κτιριακούς όγκους. Το δώμα αυτό δεν λειτουργεί μόνο προστατευτικά, αλλά αποτελεί και ενεργό τμήμα του σχολικού περιβάλλοντος: μπορεί να περπατηθεί, να χρησιμοποιηθεί ως χώρος παιχνιδιού και παρατήρησης, ενισχύοντας την αλληλεπίδραση στο χώρο. Η πρόταση αυτή διερευνά ζητήματα της σχέσης εσωτερικού–εξωτερικού χώρου, την ένταξη της φύσης στον εκπαιδευτικό σχεδιασμό, και την δημιουργία ενός νηπιαγωγείου που δεν είναι απλώς χώρος διδασκαλίας αλλά ένα τοπίο εμπειριών.

Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν

Αριθμός Αναφοράς: 1161

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία προτείνει ένα πρότυπο κοινωνικής κατοικίας με οικολογικό και κοινωνικό προσανατολισμό, στο αστικό τοπίο της Αθήνας και συγκεκριμένα στον ιστορικά φορτισμένο χώρο των Κουντουριώτικων. Το οικόπεδο, που παραμένει κενό μετά την κατεδάφιση των προσφυγικών κατοικιών, αντιμετωπίζεται όχι ως εγκαταλειμμένο, αλλά ως ενεργό πεδίο μνήμης και δυναμικότητας για τη μελλοντική αστική συμβίωση.

 Η πρόταση επαναφέρει την έννοια της κοινωνικής κατοίκησης στο κέντρο της αρχιτεκτονικής σκέψης, αναπτύσσοντας ένα κτιριακό σύμπλεγμα που ενσωματώνεται στον ιστό της πόλης, σε άμεση σχέση με τον δημόσιο χώρο. Οι κατοικίες οργανώνονται γύρω από κοινόχρηστους πυρήνες δραστηριοτήτων, ενώ ενσωματώνεται ένα πολυεπίπεδο σύστημα ανακύκλωσης νερού, το οποίο συγκεντρώνει, καθαρίζει και επαναχρησιμοποιεί τα γκρίζα ύδατα των διαμερισμάτων.

 Το υδάτινο σύστημα αναπτύσσεται σε τέσσερα στάδια: αρχικά, τα νερά συλλέγονται σε δεξαμενή αποθήκευσης, ακολουθεί φυσικό φιλτράρισμα με διαστρωμάτωση χαλικιών, άμμου και ενεργού άνθρακα, και στη συνέχεια οδηγούνται σε υπέργεια δεξαμενή φυτοεξυγίανσης. Αυτή εκτείνεται σαν αρχιτεκτονική χειρονομία προς την πόλη, δημιουργώντας έναν χώρο νερού και πρασίνου στον οποίο το νερό κυλά αργά μέσα από ειδικά επιλεγμένα φυτά. Το τελικό στάδιο περιλαμβάνει απολύμανση με υπεριώδη ακτινοβολία UV-C, πριν την τελική χρήση ή διοχέτευσή του στο οικοσύστημα.

 Ο σχεδιασμός προτείνει μια νέα σχέση ανάμεσα στην κατοίκηση, τον δημόσιο χώρο και τη διαχείριση των φυσικών πόρων. Η κοινωνική κατοικία δεν προσεγγίζεται ως μια λύση ανάγκης, αλλά ως μια σύγχρονη αστική τυπολογία που επανασυνδέει τους κατοίκους με τη γη, το νερό και τη συλλογικότητα. Η πρόταση εξετάζει τη δυνατότητα εφαρμογής ενός οικολογικού μοντέλου κατοίκησης στο πλαίσιο του πυκνοδομημένου αστικού κέντρου της Αθήνας.
 

Επιβλέπουσα: Κοσμά Ανθή

Αριθμός Αναφοράς: 1159

 

 Θα εξεταστεί η δυνατή ενεργοποίηση ιστορικά σημαντικών πρακτικών αγροτικής καλλιέργειας σε ένα πεδίο ενεργούς τοπικής παράδοσης και ιστορίας. Εστιάζουμε σε συγκεκριμένη ορεινή περιοχή απομακρυσμένου (σε άγονη γραμμή) νησιωτικού τόπου. Στην ύπαιθρο της νήσου Νίσυρος, στον ημιορεινό οικισμό Εμπορειό. Εκεί παρατηρήθηκαν χωρικές καλλιεργητικές-κλιματικές ποιότητες που προκύπτουν κυρίως από την εγγύτητα με την καλντέρα (γκρεμός, χείλος ηφαιστειακού κώνου/κορυφής) η οποία είχε και έχει σαν συνέπεια εύφορα εδάφη. Το ιδιαίτερο ανάγλυφο του νησιού είναι αποτέλεσμα της έντονης ηφαιστειακής δραστηριότητας αλλά και της ανθρωπογενούς παρέμβασης στο τοπίο με την δημιουργία συνεχών πυκνών αναβαθμίδων (πεζουλών) καλλιέργειας. Αγροτικής τακτικής/τεχνικής που χαρακτηρίζει ολόκληρο το νησί, ήδη τεκμηριωμένου και καταγεγραμμένου πολύτιμου πολιτισμικού υποβάθρου. Η πρότασή μας περιγράφει και απεικονίζει την δημιουργία ενός συγκροτήματος αγροτικής καλλιέργειας σε συνθήκη κυκλικής οικονομίας με επίκεντρο μια μονάδα παραγωγής-επεξεργασίας κρασιού. Σύνθεση που περιλαμβάνει τις εκτάσεις καλλιέργειας, την βασική μονάδα οινοπαραγωγής, τις συστάδες εφήμερης κατοίκησης, τα δίκτυα περιπλάνησης και περιήγησης. Στόχος είναι η βιωματική εμπλοκή ορισμένων ή περισσότερων επισκεπτών με την γραμμή παραγωγής του κρασιού και των συνοδών προϊόντων αλλά και η εκπαιδευτική/γνωστική αλληλεπίδραση με το φυσικό περιβάλλον και το έδαφος.

Επιβλέπων: Στυλίδης Ιορδάνης

Αριθμός Αναφοράς: 1108

 

 Η διπλωματική μας εργασία πραγματεύεται τη δημιουργία ενός εκπαιδευτικού συγκροτήματος με χαρακτήρα κοινοτικό, που περιλαμβάνει εκτός από αίθουσες μάθησης και χώρους κατοίκησης, υποστηρίζοντας έτσι την ψυχοκοινωνική ενδυνάμωση και τη βιώσιμη διαβίωση. Μέσω της Ορθόδοξης Ιεραποστολής της Επισκοπής της Μπουκόμπα, πληροφορηθήκαμε για το οικόπεδο, την ανάγκη αλλά και την σημαντικότητα της ύπαρξης αυτού του συγκροτήματος στην περιοχή. Πρόκειται για ένα οικόπεδο 18,50 στρεμμάτων το οποίο βρίσκεται σε προνομιούχα θέση, καθώς είναι σε πολύ μικρή απόσταση από το κέντρο της πόλης και ταυτόχρονα, κοντά σε οδικούς άξονες που το καθιστούν άμεσα προσβάσιμο και από τις γύρω περιοχές.

 Το κτηριακό συγκρότημα χωρίζεται σε τρεις ζώνες:
• Της Εκπαίδευσης, που αποτελείται από 4 αίθουσες των 64τ.μ. καθώς και τους διοικητικούς χώρους του σχολείου.
• Την δεύτερη ζώνη που αφορά τον κοινοτικό σχεδιασμό με δραστηριότητες και εκτός σχολής, με τις λειτουργίες του Αμφιθεάτρου, της βιβλιοθήκης και του Εστιατορίου και
• Την Τρίτη ζώνη, με την κατοίκηση των μαθητών, σε μικρές μονάδες 3-6 ατόμων ώστε να καλλιεργείται η έννοια της συλλογικότητας, με κύριο χαρακτηριστικό την ιδιωτικότητα, αλλά όχι την εσωστρέφεια. Επίσης περιλαμβάνει και 2 κατοικίες για εκπαιδευτικούς, τοποθετημένες στρατηγικά ώστε να επιτυγχάνεται ισορροπία ιδιωτικότητας και διακριτής εποπτείας.

 Η σύνθεση προέκυψε από τη χαρτογράφηση της ευρύτερης περιοχής, όπου αναγνωρίστηκαν ανάγκες πρόσβασης σε υποδομές (νοσοκομείο, δημόσιες υπηρεσίες, μεταφορές). 

 Η αρχιτεκτονική πρόταση βασίζεται στην δημιουργία ενός οργανωμένου συνόλου μικρής κλίμακας, ενταγμένο στο ανάγλυφο του τόπου, όπου η μάθηση και η
καθημερινή ζωή συνυφαίνονται. Ο σχεδιασμός αξιοποιεί:
• Τοπικά υλικά: πατημένο χώμα, ξύλο, τούβλο, ελαφριές μεταλλικές στέγες και φωτοβολταϊκά.
• Παθητικά συστήματα δροσισμού, σκίασης και φυσικού φωτισμού.
• Βιοκλιματική προσέγγιση μέσω του προσανατολισμού, φύτευσης και συλλογής νερού (δεξαμενές νερού βροχής).


 Ο στόχος είναι μία ολιστική εμπειρία εκπαίδευσης που σέβεται την τοπική κουλτούρα και την ανθρώπινη κλίμακα, χτίζοντας γέφυρες μεταξύ παραδοσιακού τρόπου ζωής και σύγχρονων παιδαγωγικών πρακτικών. Η κατοίκηση, δεν λειτουργεί εδώ ως «αναγκαία προσθήκη», αλλά ως δομικό συστατικό της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ενισχύοντας την αυτάρκεια, τη φροντίδα, τη συνεργασία και τη συνύπαρξη.

Επιβλέπων: Ψυχογυιός Δημήτρης

Αριθμός Αναφοράς: 1148