
Η διπλωματική εργασία έχει ως αντικείμενο την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου του Βόλου, σε τμήμα που εκτείνεται από το Κορδόνι έως το εμπορικό–επιβατικό λιμάνι. Στόχος της μελέτης είναι η ανασύνθεση της σχέσης της πόλης με το θαλάσσιο μέτωπό της, μέσα από τον επαναπροσδιορισμό των δημόσιων χώρων, των κινήσεων πεζών και ποδηλάτων, καθώς και τη βελτίωση της αστικής και περιβαλλοντικής ποιότητας της περιοχής.
Η πρόταση επιδιώκει να αναδείξει την ταυτότητα του Βόλου ως παραθαλάσσιας πόλης με έντονο αστικό και πολιτιστικό χαρακτήρα, συνδυάζοντας στοιχεία του ιστορικού και βιομηχανικού παρελθόντος με τις σύγχρονες ανάγκες βιώσιμης κινητικότητας, τουριστικής ανάπτυξης και κοινωνικής ζωής. Η μελέτη περιλαμβάνει ανάλυση υφιστάμενης κατάστασης, καταγραφή προβλημάτων και δυνατοτήτων, συνθετική πρόταση ανάπλασης με έμφαση στη συνέχεια του παραλιακού μετώπου, τη δημιουργία πράσινων και πολιτιστικών διαδρομών, καθώς και τον επανασχεδιασμό των σχέσεων πόλης–λιμανιού.
Η εργασία στοχεύει να συμβάλει στον ευρύτερο διάλογο για τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη και να προτείνει μια ενιαία, σύγχρονη και λειτουργική εικόνα του παραλιακού μετώπου του Βόλου, ικανή να ενισχύσει την ελκυστικότητα και την ποιότητα ζωής της πόλης.
Λέξεις κλειδιά: Ανάπλαση, Παραλιακό, Βιωσιμότητα, Σύνδεση, Πλωτό
Επιβλέπουσα: Τροβά Βάσω
Αριθμός Αναφοράς: 1221

Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον ρόλο της αρχιτεκτονικής ως μέσου θεραπείας, μέσα από ένα θεραπευτικό συγκρότημα καλλιτεχνικής δημιουργίας στο νησί της Πάρου, το οποίο απευθύνεται σε άτομα που βιώνουν ήπιες ως μέτριες μορφές ψυχοκοινωνικής επιβάρυνσης, όπως είναι το χρόνιο στρες, η κατάθλιψη, οι μεταβατικές φάσεις ζωής αλλά και οι ήπιες εξαρτητικές ή καταναγκαστικές συμπεριφορές.
Η θεραπεία αντιμετωπίζεται ως μια χωρική, κοινωνική και βιωματική διαδικασία, χωρίς ανάγκη ιατρικής πρακτικής, και επιτυγχάνεται ακολουθώντας το μοντέλο της θεραπευτικής κοινότητας, το οποίο στηρίζεται στην συμβίωση, την συλλογικότητα και την συμμετοχή.
Το συγκρότημα, λοιπόν, το οποίο είναι αφιερωμένο τόσο στην φροντίδα του ανθρώπου, όσο και του τόπου, ο οποίος τα τελευταία χρόνια πλήττεται από την αυξημένη τουριστική και οικοδομική δραστηριότητα, με σοβαρές συνέπειες στο φυσικό περιβάλλον, προσεγγίζει το νησί όχι μόνο ως γεωγραφική συνθήκη, αλλά και ως συμβολικό πλαίσιο απομόνωσης και επανασύνδεσης. Παράλληλα, στην διαδικασία της θεραπείας συμβάλλει τόσο η επαφή με την φυσικό περιβάλλον, όσο και η καλλιτεχνική δημιουργία μέσω των εργαστηρίων του συγκροτήματος.
Η αρχιτεκτονική του σύνθεση οργανώνεται σε διασπασμένους όγκους χαμηλής κλίμακας, ενσωματώνοντας στοιχεία από την παραδοσιακή κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική, καθώς και τοπιολογικά και κλιματικά δεδομένα του τόπου, όπως τα μελτέμια και ο φυσικός φωτισμός. Το συγκρότημα υποστηρίζει διαφορετικούς βαθμούς ιδιωτικότητας, καθώς η παρουσία του στεγάστρου το χωρίζει νοητά σε δύο βαθμούς ιδιωτικότητας.
Συνεπώς, η πρόταση επιχειρεί να αναδείξει τον ρόλο της αρχιτεκτονικής ως εργαλείο φροντίδας, προτείνοντας ένα μη κλινικό περιβάλλον, το οποίο ενισχύει την ψυχική αποφόρτιση, την επανασύνδεση με τον τόπο και την συλλογική εμπειρία κατοίκισης, ενώ ταυτόχρονα πρότεινε ένα εναλλακτικό μοντέλο αρχιτεκτονικής παρέμβασης στην Πάρο.
Λέξεις Κλειδιά: κοινότητα, επαφή με την φύση, μελτέμια, κατοίκιση, διάσπαση όγκων
Επιβλέπων: Μανωλίδης Κωνσταντίνος
Αριθμός Αναφοράς: 1212

Το Nōdo είναι ένας μικρός, ευκίνητος κόμβος που πολλαπλασιάζεται και στήνεται στον αστικό ιστό, δημιουργώντας χώρο για όσους θέλουν να εκθέσουν τα δημιουργήματά τους, αναζητώντας ορατότητα και διάλογο. Η πρόταση αυτή πηγάζει από τη δική μου προσωπική εμπειρία στον χώρο των εκθέσεων, αλλά και από τις συζητήσεις με ανθρώπους που γνώρισα εκεί. Οι περισσότεροι βρίσκουν μια αφορμή μέσα από τη δημιουργία τους να εκφραστούν, αλλά όσα φτιάχνουν παραμένουν κλεισμένα σε ντουλάπια και αποθήκες, χωρίς να εκτίθενται στο κοινό, καθώς αυτό είναι πολύ δύσκολο σήμερα.
Αποφάσισα να σχεδιάσω έναν κόμβο ανοιχτό, όπου νέοι δημιουργοί και περαστικοί, έλκονται σε έναν πυρήνα, που συνεχώς αλλάζει και αναπτύσσεται. Η αρχιτεκτονική του βασίζεται στο ρεύμα Japandi, στο οποίο Ιαπωνία και Δανία συναντιούνται, με βασικά χαρακτηριστικά το ξύλο, το φως, το ύφασμα και τις διαφάνειες, που αφήνουν το βλέμμα να περιπλανηθεί, παράγοντας εμπειρίες. Υιοθετεί στην κατασκευή του την παραδοσιακή τεχνική ξυλοδεσίας, Kumiki, η οποία προάγει την εφήμερη, και με μηδενικό αποτύπωμα στην πόλη, δομή. Στο Nōdo η κάθε μέρα αλλά και η κάθε ώρα της, αλλάζει τον χώρο. Στην παρούσα διπλωματική εργασία γίνεται μια ξεχωριστή αναφορά στο παράδειγμα εφαρμογής του Nōdo στο κέντρο της πόλης της Αθήνας και συγκεκριμένα στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Εκεί που καθημερινά περνούν χιλιάδες κόσμου, αλλά κανείς δεν στέκεται να παρατηρήσει.
Η εφαρμογή του Nōdo στην πλατεία δημιουργεί έναν κοινωνικό και πολιτιστικό πυκνωτή, για συναντήσεις, συνέργειες και μικρές εκπλήξεις που μετατρέπουν το «πέρασμα» σε εμπειρία.
Αν κάτι μένει, είναι η αίσθηση ότι η πόλη μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρουσα όταν της δίνεις έναν λόγο να σταματήσει να τρέχει.
Λέξεις Κλειδιά: Σχεδιασμός Μονάδας, Εκθεσιακό Περίπτερο, Ξυλοδεσιά, Εφήμερη Κατασκευή, Βιωσιμότητα
Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν
Αριθμός Αναφοράς: 1207

Η διπλωματική εργασία εστιάζει στη Μεταμόρφωση Καρδίτσας, έναν οικισμό που έχει πληγεί επανειλημμένα από πλημμυρικά φαινόμενα, γεγονός που αναδεικνύει την ιδιαίτερα ευάλωτη θέση του στον Θεσσαλικό κάμπο. Οι εκτεταμένες καταστροφές του 2023 οδήγησαν στη λήψη απόφασης για τη μετεγκατάσταση του οικισμού. Ωστόσο, μέχρι την υλοποίησή της, μέρος των κατοίκων επέστρεψε στον πλημμυρισμένο τόπο, προχωρώντας σε επισκευές των κατεστραμμένων κατοικιών.
Η πρόταση συνίσταται στη διαμόρφωση ενός δικτύου υποδομών που εκτείνεται κατά μήκος του άξονα σύνδεσης του υφιστάμενου οικισμού της Μεταμόρφωσης με τον εν δυνάμει νέο οικισμό και στοχεύει στη στήριξη της κοινότητας στη διαδικασία της μετάβασης, αντιμετωπίζοντας την «επισκευή» όχι ως μεμονωμένη πράξη αποκατάστασης, αλλά ως μια σύνθετη διαδικασία που αφορά τόσο την ανασυγκρότηση των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων όσο και του αποδυναμωμένου αγροτικού τοπίου. Κεντρικό ρόλο στο εγχείρημα διαδραματίζει η σύσταση ενός αγροτουριστικού συνεταιρισμού, ο οποίος λειτουργεί ως διοικητικός, κοινωνικός και εκπαιδευτικός πυρήνας της πρότασης. Το προτεινόμενο δίκτυο αναπτύσσεται τόσο στον αγροτικό χώρο όσο και εντός του οικισμού, μέσα από επεμβάσεις μόνιμου και εφήμερου χαρακτήρα, που συμπεριλαμβάνουν το κεντρικό κτίριο του συνεταιρισμού, παρασκευαστήρια τοπικών προϊόντων, μονάδες φιλοξενίας επισκεπτών, συνεταιριστικά καταστήματα, καθώς και συμπληρωματικές υποδομές που υποστηρίζουν τη λειτουργία του δικτύου.
Ο σχεδιασμός των δομών αποσκοπεί στον περιορισμό του κινδύνου καταστροφών σε περίπτωση πλημμυρών. Η βασική χωρική και κατασκευαστική λογική στηρίζεται στην απομάκρυνση των κτιρίων από το έδαφος, με την προσθήκη ενός ενδιάμεσου επιπέδου ανάμεσα στο χώρο που πλημμυρίζει και τη στέγη . Οι κύριες λειτουργίες αναπτύσσονται στον όροφο των επεμβάσεων, ενώ στο ισόγειο χωροθετούνται πιο εφήμερες χρήσεις, επιτρέποντας την προσαρμογή του δομημένου περιβάλλοντος στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του τοπίου.
Η παρούσα διπλωματική εργασία επιδιώκει, μέσα από μια προσέγγιση «από τα κάτω» που βασίζεται στην επιτόπια έρευνα και τον διάλογο με τους κατοίκους, να υποστηρίξει μια κοινότητα που απειλείται με διάλυση, ενισχύοντας την ικανότητα ανάκαμψης και αυτοπροσδιορισμού της μετά από φυσικές καταστροφές. Παράλληλα, αποσκοπεί στη μακροπρόθεσμη ενδυνάμωση της κοινότητας απέναντι σε ευρύτερες πιέσεις που χαρακτηρίζουν τον Θεσσαλικό κάμπο, όπως η ερημοποίηση του εδάφους, η υπεράντληση των υπόγειων υδάτων και η γήρανση του πληθυσμού, φαινόμενα που οδηγούν στη συνολική εγκατάλειψη του τοπίου και των οικισμών που το συντηρούν.
Λέξεις Κλειδιά: Μεταμόρφωση, Πλημμύρες, Επισκευή, Αγροτουριστικός Συνεταιρισμός, Θεσσαλικός Κάμπος
Επιβλέποντες: Μητρούλιας Γεώργιος, Φωκαΐδης Πέτρος
Αριθμός Αναφοράς: 1197

Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον σχεδιασμό μιας προσωρινής, ευέλικτης σχολικής μονάδας, προσχολικής εκπαίδευσης (δυο πρώτες τάξεις - προνήπιο,νηπιαγωγίο), ως απάντηση στις αυξημένες ανάγκες για αίθουσες που προέκυψαν από την εφαρμογή της δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής εκπαίδευσης, πρόγραμμα του υπουργείο παιδείας. Αφετηρία της μελέτης αποτελεί η καταγραφή του υφιστάμενου προβλήματος στέγασης σχολικών μονάδων, με έμφαση στη χρήση αιθουσών τύπου container, καθώς και η ανάλυση των θεσμικών και χωρικών περιορισμών που καθορίζουν τον σχεδιασμό τους. Η εργασία προσεγγίζει το σχολείο όχι ως μεμονωμένο κτίριο, αλλά ως μια μικρής κλίμακας «γειτονιά», οργανωμένη μέσα από διακριτές χωρικές ενότητες που αντιστοιχούν σε βασικές εμπειρίες του παιδιού: την έξω γειτονιά, τη φύση, το παιχνίδι, τη μάθηση και τη μέσα γειτονιά. Οι έννοιες αυτές λειτουργούν ως εννοιολογικά και χωρικά εργαλεία, καθοδηγώντας τη διαμόρφωση των εκπαιδευτικών και υπαίθριων χώρων και την ομαλή μετάβαση του παιδιού από το ευρύτερο περιβάλλον στο προστατευμένο σχολικό πλαίσιο.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η μελέτη αντλεί αναφορές από την αρχιτεκτονική σκέψη του Τάκη Ζενέτου και του Δημήτρη Πικιώνη, εστιάζοντας στην έννοια της σχολικής κοινότητας, της ευελιξίας και της βιωματικής σχέσης με τον χώρο. Σε σχεδιαστικό επίπεδο, προτείνεται ένα αρθρωτό σύστημα σχολικών αιθουσών βασισμένο σε τυποποιημένες μονάδες container τύπου ISO, το οποίο επιτρέπει την εύκολη επανάληψη, τη μεταφορά και την προσαρμογή σε διαφορετικά οικόπεδα και συνθήκες.
Στο πλαίσιο της μελέτης, εξετάζονται αναλυτικά επιμέρους σχεδιαστικές ενότητες της σχολικής μονάδας. Ειδικότερα, μελετώνται ξεχωριστά οι αίθουσες διδασκαλίας ως βασικές λειτουργικές μονάδες, οι προσόψεις ως μεταβατικά φίλτρα μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, καθώς και τα συστήματα στέγασης και σκίασης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πτύχωση ως αρχή κινητής σκίασης, η οποία επιτρέπει την προσαρμογή των υπαίθριων χώρων στις μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες. Παράλληλα, διερευνάται ο ρόλος των προαυλίων ως αναπόσπαστο τμήμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της καθημερινής εμπειρίας του παιδιού.
Η μελέτη καταλήγει στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης σχολικής μονάδας, ικανής να αναπτύσσεται οριζόντια και καθ’ ύψος, ενσωματώνοντας υπαίθριους και ημιυπαίθριους χώρους, αυλές και συστήματα σκίασης. Στόχος της πρότασης είναι η δημιουργία ενός λειτουργικού, ανθρώπινου και παιδαγωγικά ποιοτικού περιβάλλοντος, το οποίο ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες της προσχολικής εκπαίδευσης, διατηρώντας παράλληλα τον προσωρινό και ευέλικτο χαρακτήρα του.
Λέξεις Κλειδιά: υποχρεωτική εκπαίδευση, container, προσόψεις, προαύλια, πτυχωτή τέντα
Επιβλέπουσα: Βυζοβίτη Σοφία
Αριθμός Αναφοράς: 1211

Η παρούσα διπλωματική εργασία επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τις τυπολογίες στα κτίρια φιλοξενίας ζώων, προτείνοντας μια νέα οπτική στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό που αφορά τα ζώα συντροφιάς. Στόχος είναι η δημιουργία ενός πρότυπου καταφυγίου αδέσποτων σκύλων σε έναν ενεργό ελαιώνα στην περιοχή του Βόλου. Αφορμή για την επιλογή του συγκεκριμένου θέματος αποτέλεσε η βιωματική εμπειρία της υιοθεσίας ενός σκύλου από το δημοτικό κυνοκομείο του Βόλου, η οποία οδήγησε σε επιτόπια παρατήρηση και έναυσμα για έρευνα και μελέτη στα καταφύγια της Ελλάδας. Μέσα από αυτή την διαδικασία, διαπιστώθηκε ένα σημαντικό αρχιτεκτονικό κενό: ενώ ο άνθρωπος διαθέτει σαφή πρότυπα κατοίκησης για τον ίδιο, απουσιάζει η αντίστοιχη αρχιτεκτονική μέριμνα για τα ζώα συντροφιάς[1].
Τα υφιστάμενα καταφύγια, αν και κατ' όνομα προορίζονται για τα ζώα, είναι σχεδιασμένα με ανθρωποκεντρικά κριτήρια. Προτεραιότητα δίνεται στη γρήγορη εξυπηρέτηση, την ταχύτητα καθαρισμού και τη ευκολία των φροντιστών. Το αποτέλεσμα είναι χώροι που λειτουργούν ως «αποθήκες ψυχών», με λεία δάπεδα σκυροδέματος, ανεπαρκή θέρμανση και πολύ μικρά κλουβιά παρατεταμένα σε γραμμική διάταξη. Οι συνθήκες αυτές, προκαλούν στρες και ιδρυματοποίηση, περιορίζοντας την «ευζωία» στην απλή βιολογική επιβίωση.
Η παρούσα πρόταση επιχειρεί την ανατροπή αυτού του συμβατικού μοντέλου, προτείνοντας μια νέα τυπολογία που εστιάζει αποκλειστικά στην ευζωία του σκύλου μέσω του ζωοκεντρικού σχεδιασμού. Η μελέτη προσεγγίζει τον χώρο βασισμένη στις αισθήσεις και τις ανάγκες του σκύλου, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αποσυμπίεσης (stress-free) και εμπλουτισμού (enrichment). Στόχος είναι να δοθεί στο ζώο ο χώρος να εκφράσει τη φυσική του συμπεριφορά, να εξερευνήσει, να παίξει και ουσιαστικά, να ασκήσει το δικαίωμά του «να είναι σκύλος».
Ως πεδίο εφαρμογής επιλέχθηκε ένας ενεργός ελαιώνας στον Βόλο, όπου η αρχιτεκτονική ακολουθεί ήπιους ρυθμούς, παρατηρώντας τη φύση πριν παρέμβει. Οι κατοικίες των σκύλων και οι διαδρομές στον ελαιώνα αναπτύσσονται οργανικά, αποφεύγοντας τις αυστηρές χαράξεις. Ως δομική μονάδα επιλέγεται η τυπολογία των A-frames για όλες τις κατασκευές, αντλώντας έμπνευση από την αρχετυπική μορφή της σκυλίσιας κατοικίας, από την στέγη, δηλαδή, του κλασικού μικρού σπιτόσκυλου αυλής. Αυτές οι μορφές, κατασκευασμένες σε μεγάλο ποσοστό από υλικά επανάχρησης, «φωλιάζουν», ανάμεσα στα δέντρα. Είναι, τοποθετημένες με σημειακή θεμελίωση, ελαφρώς υπερυψωμένες από το έδαφος, σεβόμενες απόλυτα τον φυσικό κάνναβο και το ριζικό σύστημα των ελαιόδεντρων.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο, ο ρόλος του ανθρώπου μεταμορφώνεται ριζικά. Η αρχιτεκτονική παύει να εξυπηρετεί τη διαχείριση του εγκλεισμού και γίνεται εργαλείο συνύπαρξης. Το κεντρικό κτίριο δεν αποτελεί απλώς ένα διοικητικό κέλυφος, αλλά την «καρδιά» μιας κοινότητας ανθρώπων που αγαπούν τα ζώα, έναν πόλο έλξης γεμάτο δράσεις που καλλιεργούν την παιδεία και ενθαρρύνουν τον εθελοντισμό. Παράλληλα, η πρωτοπορία του εγχειρήματος εμφανίζεται στον συνδυασμό της εξωστρέφειας του κτιρίου και των προγραμμάτων με τα αυστηρά πρότυπα λειτουργίας, όπου το εξειδικευμένο προσωπικό και ο σχεδιασμός των χώρων, διασφαλίζουν πως δεν λείπει τίποτα από την καθημερινή φροντίδα και ασφάλεια των ζώων. Έτσι, το καταφύγιο από τόπος θλίψης και απομόνωσης, μετεξελίσσεται σε έναν πρωτοποριακό, επισκέψιμο προορισμό ζωής, χαράς και ουσιαστικής προσφοράς.
Λέξεις κλειδιά: Καταφύγιο αδέσποτων ζώων, Συνύπαρξη, Αρχιτεκτονική για τα ζώα, Ελαιώνας, Εθελοντισμός
[1] Η θεωρητική έρευνα υπάρχει στο ερευνητικό τεύχος των συγγραφέων: Η πρόκληση των αδέσποτων ζώων: Καταφύγια, φιλοζωικές πρωτοβουλίες και βιώσιμες λύσεις.
Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν
Αριθμός Αναφοράς: 1206

Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την αποκατάσταση και επανενεργοποίηση μιας ημιαγροτικής περιοχής βόρεια της λίμνης Μαραθώνα, η οποία επλήγη από πυρκαγιά το 2024, με έμφαση στον αγροτικό χαρακτήρα της και στις δυνατότητες επαναφοράς της παραγωγικής της λειτουργίας. Η μελέτη εστιάζει στη δημιουργία ενός Κέντρου Μάθησης Αγροτικών Δραστηριοτήτων, το οποίο προτείνεται ως εργαλείο εκπαίδευσης, πρακτικής εφαρμογής και συνεργασίας, με στόχο την ενίσχυση της μεταπυρικής ανάπλασης μέσα από την ενεργή συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας.
Η περιοχή μελέτης χαρακτηρίζεται από ήπιο ανάγλυφο, παρουσία ρεμάτων και χειμάρρων που καταλήγουν στη λίμνη Μαραθώνα, καθώς και από ένα πλούσιο αγροτικό παρελθόν που συνδέεται κυρίως με την καλλιέργεια ελιάς και αμπελιού. Παρότι οι αγροτικές δραστηριότητες συνεχίζουν να υφίστανται, σήμερα λειτουργούν κυρίως συμπληρωματικά, ενώ η πυρκαγιά επέφερε σημαντικές επιπτώσεις στο τοπίο, στις καλλιέργειες και στις κοινωνικές χρήσεις του χώρου.
Το Κέντρο χωροθετείται στη βορειοδυτική ζώνη της περιοχής μελέτης, σε οικόπεδο που ανήκει σε μονάδα ορνιθοτροφίας και περιλαμβάνει υφιστάμενα κτίρια αγροτικής χρήσης. Η πρόταση βασίζεται στην επανάχρηση ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου από τσιμεντόλιθους, εντάσσοντάς το στο αγροτικό τοπίο και αξιοποιώντας το υπάρχον κτιριακό απόθεμα. Το κτίριο οργανώνεται ως χώρος εκπαίδευσης, συνάντησης και πρακτικής άσκησης, εξυπηρετώντας επαγγελματίες και ερασιτέχνες αγρότες, μαθητές, εθελοντές και τοπικούς φορείς.
Μέσα από την εκπαίδευση και τη βιωματική μάθηση, η εργασία προτείνει ένα μοντέλο αγροτικής ανάπλασης που βασίζεται στη γνώση, τη συνεργασία και τη μακροπρόθεσμη ενεργοποίηση του τόπου, συμβάλλοντας στη βιώσιμη επαναφορά της παραγωγικής και κοινωνικής του ταυτότητας.
Λέξεις κλειδιά: Επανάχρηση, Αγροτικό τοπίο, Αποκατάσταση, Εκπαίδευση, Κοινοτητα
Επιβλέπων: Micocci Fabiano
Αριθμός Αναφοράς: 1216

Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται την ανάπλαση του πρώην κάμπινγκ της Αγίας Τριάδας Θεσσαλονίκης (1960), ενός ιστορικά φορτισμένου παράκτιου χώρου καθώς αποτελούσε το σημαντικότερο παραθεριστικό θέρετρο της περιοχής. Το κάμπινγκ μέχρι πρόσφατα βρισκόταν στην ιδιοκτησία του ΤΑΙΠΕΔ, σε κατάσταση υποβάθμισης και αποσπασματικής χρήσης. Με αφετηρία τη συλλογική μνήμη του αναψυκτήριου Άκτιον, σημείο αναφοράς για το κάμπινγκ και τους κατοίκους της περιοχής, και της οργανωμένης πλαζ, η πρόταση επαναπροσδιορίζει το παραλιακό μέτωπο ως δημόσιο, ανοιχτό και ενεργό τοπίο. Κεντρικός άξονας της σύνθεσης αποτελεί το δίπολο η συνύφανση αθλητισμού –τοπίου, με πυρήνα μια πλωτή ξύλινη εξέδρα θαλάσσιων αθλημάτων και ένα δίκτυο ήπιων διαδρομών που συνδέει αθλητικές, εκπαιδευτικές και συλλογικές λειτουργίες δραστηριότητες. Η πρόταση βασίζεται σε αναστρέψιμες κατασκευές, βιώσιμα υλικά και επανάχρηση υφιστάμενων δομών, επιδιώκοντας την αποκατάσταση της σχέσης στεριάς –θάλασσας και του ενδιαιτήματος. Βασικός στόχος είναι η επανεργοποίηση του χώρου ως κοινωνικού και περιβαλλοντικού πυρήνα, επαναφέροντας την Αγία Τριάδα στον χάρτη των ζωντανών παραλιακών τόπων.
Λέξεις κλειδιά: δημόσια επανοικειοποίηση - αθλητισμός και τοπίο - συλλογική μνήμη -τοπική κοινότητα- παραλιακή ανάπλαση
Επιβλέποντες: Κοσμά Ανθή, Λυκουριώτη Ίρις
Αριθμός Αναφοράς: 1223
