
Η διπλωματική εργασία έχει ως αντικείμενο την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου του Βόλου, σε τμήμα που εκτείνεται από το Κορδόνι έως το εμπορικό–επιβατικό λιμάνι. Στόχος της μελέτης είναι η ανασύνθεση της σχέσης της πόλης με το θαλάσσιο μέτωπό της, μέσα από τον επαναπροσδιορισμό των δημόσιων χώρων, των κινήσεων πεζών και ποδηλάτων, καθώς και τη βελτίωση της αστικής και περιβαλλοντικής ποιότητας της περιοχής.
Η πρόταση επιδιώκει να αναδείξει την ταυτότητα του Βόλου ως παραθαλάσσιας πόλης με έντονο αστικό και πολιτιστικό χαρακτήρα, συνδυάζοντας στοιχεία του ιστορικού και βιομηχανικού παρελθόντος με τις σύγχρονες ανάγκες βιώσιμης κινητικότητας, τουριστικής ανάπτυξης και κοινωνικής ζωής. Η μελέτη περιλαμβάνει ανάλυση υφιστάμενης κατάστασης, καταγραφή προβλημάτων και δυνατοτήτων, συνθετική πρόταση ανάπλασης με έμφαση στη συνέχεια του παραλιακού μετώπου, τη δημιουργία πράσινων και πολιτιστικών διαδρομών, καθώς και τον επανασχεδιασμό των σχέσεων πόλης–λιμανιού.
Η εργασία στοχεύει να συμβάλει στον ευρύτερο διάλογο για τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη και να προτείνει μια ενιαία, σύγχρονη και λειτουργική εικόνα του παραλιακού μετώπου του Βόλου, ικανή να ενισχύσει την ελκυστικότητα και την ποιότητα ζωής της πόλης.
Λέξεις κλειδιά: Ανάπλαση, Παραλιακό, Βιωσιμότητα, Σύνδεση, Πλωτό
Επιβλέπουσα: Τροβά Βάσω
Αριθμός Αναφοράς: 1221

Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται τη μεταμόρφωση του 2ου Δημοτικού Σχολείου Βόλου σε έναν ζωντανό, υβριδικό χώρο όπου η αρχιτεκτονική και η φύση συνυπάρχουν οργανικά. Κεντρική ιδέα αποτελεί η αναδιαμόρφωση του σχολικού χώρου σε ένα δυναμικό οικοσύστημα, στο οποίο η βλάστηση δεν αντιμετωπίζεται ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως ενεργό και παιδαγωγικό μέρος της σχολικής εμπειρίας.
Η πρόταση αυτή απαντά στις εντεινόμενες περιβαλλοντικές προκλήσεις που βιώνει τα τελευταία χρόνια η πόλη του Βόλου με παρεμβάσεις που στοχεύουν τόσο στην ενίσχυση των βιοκλιματικών ιδιοτήτων όσο και στη συνολική εμπειρία του χώρου. Με αφετηρία έμπνευσης απλών αρχιτεκτονικών προτύπων που βασίζονται στην έννοια της φροντίδας, επιχειρείται η διαμόρφωση ενός πιο οικείου και περιβαλλοντικά ευαίσθητου χώρου μάθησης. Στο πλαίσιο σύγχρονων εγκυκλίων για σχολεία και νηπιαγωγεία, ο λαχανόκηπος ορίζεται ως απαραίτητο μέσο εκπαίδευσης, οικολογικής ευαισθητοποίησης και υπευθυνότητας. Σε αυτό το έργο, η έννοια της καλλιέργειας αποκτά τόσο κυριολεκτική όσο και μεταφορική διάσταση, ενώ η «φροντίδα» λειτουργεί αμφίδρομα. Η ενασχόληση των παιδιών με τη φύτευση και τη φροντίδα των φυτών ενισχύει την παρατηρητικότητα, τη συνεργασία και το αίσθημα συλλογικής ευθύνης, ενώ συμβάλλει παράλληλα στην ουσιαστική οικειοποίηση του σχολικού χώρου. Ο τίτλος Co-growing αναφέρεται στη συν-ανάπτυξη των παιδιών και των φυτών εντός του σχολικού περιβάλλοντος. Η βλάστηση αναπτύσσεται κυριολεκτικά μέσα στον χρόνο, ενώ οι μαθητές ωριμάζουν μέσα από τη βιωματική επαφή, την παρατήρηση και τη φροντίδα της. Παράλληλα, προτείνονται αλλαγές στην υφιστάμενη κτιριακή δομή με στόχο τη διαμόρφωση μιας ενιαίας αρχιτεκτονικής ταυτότητας και την ενεργοποίηση των υπαίθριων και ημιυπαίθριων χώρων σε λειτουργικούς και φιλόξενους χώρους συνύπαρξης. Σκοπός της πρότασης είναι να διευρύνει τα όρια της σχολικής εμπειρίας, αντιμετωπίζοντας το σχολείο όχι μόνο ως χώρο μάθησης, αλλά και ως μια αναδυόμενη «κεντρική πλατεία» που ενθαρρύνει τη συνύπαρξη, την κοινωνικοποίηση και την αλληλεγγύη.
Λέξεις Κλειδιά: εκπαίδευση, φροντίδα, οικοσύστημα, υβριδικότητα, βλάστηση
Επιβλέπουσα: Βυζοβίτη Σοφία
Αριθμός Αναφοράς: 1231

Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον ρόλο της αρχιτεκτονικής ως μέσου θεραπείας, μέσα από ένα θεραπευτικό συγκρότημα καλλιτεχνικής δημιουργίας στο νησί της Πάρου, το οποίο απευθύνεται σε άτομα που βιώνουν ήπιες ως μέτριες μορφές ψυχοκοινωνικής επιβάρυνσης, όπως είναι το χρόνιο στρες, η κατάθλιψη, οι μεταβατικές φάσεις ζωής αλλά και οι ήπιες εξαρτητικές ή καταναγκαστικές συμπεριφορές.
Η θεραπεία αντιμετωπίζεται ως μια χωρική, κοινωνική και βιωματική διαδικασία, χωρίς ανάγκη ιατρικής πρακτικής, και επιτυγχάνεται ακολουθώντας το μοντέλο της θεραπευτικής κοινότητας, το οποίο στηρίζεται στην συμβίωση, την συλλογικότητα και την συμμετοχή.
Το συγκρότημα, λοιπόν, το οποίο είναι αφιερωμένο τόσο στην φροντίδα του ανθρώπου, όσο και του τόπου, ο οποίος τα τελευταία χρόνια πλήττεται από την αυξημένη τουριστική και οικοδομική δραστηριότητα, με σοβαρές συνέπειες στο φυσικό περιβάλλον, προσεγγίζει το νησί όχι μόνο ως γεωγραφική συνθήκη, αλλά και ως συμβολικό πλαίσιο απομόνωσης και επανασύνδεσης. Παράλληλα, στην διαδικασία της θεραπείας συμβάλλει τόσο η επαφή με την φυσικό περιβάλλον, όσο και η καλλιτεχνική δημιουργία μέσω των εργαστηρίων του συγκροτήματος.
Η αρχιτεκτονική του σύνθεση οργανώνεται σε διασπασμένους όγκους χαμηλής κλίμακας, ενσωματώνοντας στοιχεία από την παραδοσιακή κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική, καθώς και τοπιολογικά και κλιματικά δεδομένα του τόπου, όπως τα μελτέμια και ο φυσικός φωτισμός. Το συγκρότημα υποστηρίζει διαφορετικούς βαθμούς ιδιωτικότητας, καθώς η παρουσία του στεγάστρου το χωρίζει νοητά σε δύο βαθμούς ιδιωτικότητας.
Συνεπώς, η πρόταση επιχειρεί να αναδείξει τον ρόλο της αρχιτεκτονικής ως εργαλείο φροντίδας, προτείνοντας ένα μη κλινικό περιβάλλον, το οποίο ενισχύει την ψυχική αποφόρτιση, την επανασύνδεση με τον τόπο και την συλλογική εμπειρία κατοίκισης, ενώ ταυτόχρονα πρότεινε ένα εναλλακτικό μοντέλο αρχιτεκτονικής παρέμβασης στην Πάρο.
Λέξεις Κλειδιά: κοινότητα, επαφή με την φύση, μελτέμια, κατοίκιση, διάσπαση όγκων
Επιβλέπων: Μανωλίδης Κωνσταντίνος
Αριθμός Αναφοράς: 1212

Η διπλωματική εργασία με τίτλο «Κύθνος: Φάρος πολιτισμού και ναυτικής ιστορίας στο ακρωτήρι του Μέριχα» διερευνά τον φάρο όχι μόνο ως τεχνική υποδομή ναυσιπλοΐας, αλλά ως φορέα μνήμης, ιστορίας και πολιτιστικής ταυτότητας. Η αφετηρία της έρευνας βρίσκεται στην παρατήρηση ότι οι φάροι, ιδιαίτερα οι παραδοσιακοί πέτρινοι, αποτελούν ισχυρά τοπόσημα του παράκτιου τοπίου, συνδυάζοντας τεχνική ακρίβεια, λιτή γεωμετρία, ανθεκτικά υλικά και έντονη συμβολική αξία. Παρά τη λειτουργική τους προέλευση, δεν αποτελούν απλώς μηχανισμούς φωτισμού, αλλά μνημεία ναυτικής ιστορίας, τεχνολογικής εξέλιξης και ανθρώπινης παρουσίας στο τοπίο.
Η έρευνα εστιάζει στην Κύθνο και ειδικότερα στο ακρωτήρι του Μέριχα, στην είσοδο του βασικού λιμανιού του νησιού. Ο τόπος αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς συμπυκνώνει την έννοια της άφιξης, της μετάβασης από τη θάλασσα στη στεριά, της παρατήρησης και του προσανατολισμού. Στο ακρωτήρι βρίσκεται το ερείπιο ενός παλιού πέτρινου φάρου, ο οποίος έχει χάσει μεγάλο μέρος της αρχικής του μορφής και σήμερα σώζεται αποσπασματικά. Η πρόταση δεν αντιμετωπίζει αυτή την ερειπιώδη κατάσταση ως απλό πρόβλημα αποκατάστασης, αλλά ως πολύτιμο ίχνος χρόνου, φθοράς και μνήμης.
Κεντρική ιδέα της εργασίας είναι ότι ο φάρος δεν χρειάζεται να αναστηλωθεί απλώς ως μεμονωμένο μνημείο ούτε να επιστρέψει απαραίτητα στην αρχική του επιχειρησιακή λειτουργία. Αντίθετα, μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα ενός ευρύτερου δημόσιου συγκροτήματος: ενός πολυδύναμου κέντρου πολιτισμού και ναυτικής ιστορίας. Το έργο απαντά σε τρία βασικά ζητήματα: την εγκατάλειψη του φάρου, την ανάγκη της Κύθνου για πολιτιστικές υποδομές και την απουσία ενός οργανωμένου χώρου αφιερωμένου στη ναυτική ιστορία του νησιού και των Κυκλάδων.
Η σχεδιαστική πρόταση οργανώνεται με σεβασμό στο ερείπιο, ένταξη στο βραχώδες τοπίο και μεταφορά της κυκλαδίτικης οικιστικής λογικής σε σύγχρονη μορφή. Αντί για ένα ενιαίο, επιβλητικό κτίριο, το συγκρότημα αναπτύσσεται ως σύνολο μικρών όγκων, διαδρομών, αυλών, στάσεων και ημιυπαίθριων χώρων. Περιλαμβάνει μουσείο ναυτικής ιστορίας, χώρους εκδηλώσεων, ανοιχτό αμφιθέατρο, υπαίθριες διαδρομές, διοίκηση και τεχνικές εγκαταστάσεις. Η πέτρα λειτουργεί ως βασικό υλικό σύνδεσης με το τοπίο και το ερείπιο, ενώ το μπετόν και το μέταλλο εισάγονται ως σύγχρονα κατασκευαστικά στοιχεία με λειτουργική και συμβολική σημασία.
Τέλος, ο φωτισμός αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της πρότασης. Το συγκρότημα επιχειρεί να λειτουργήσει ως σύγχρονο φωτεινό τοπόσημο, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Ο σχεδιασμός συνδυάζει πιθανό ναυτιλιακό φωτισμό, εφόσον υπάρξει θεσμική έγκριση, με αρχιτεκτονικό φωτισμό που αναδεικνύει την πέτρα, το ερείπιο και τις διαδρομές. Έτσι, ο παλιός φάρος επανέρχεται στο τοπίο όχι ως ανακατασκευασμένο αντικείμενο, αλλά ως ζωντανή μνήμη που φωτίζει την ιστορία, τον δημόσιο χώρο και τη σύγχρονη ταυτότητα της Κύθνου.
Λέξεις κλειδιά: φάρος, πολιτισμός, ναυτική, ιστορία, ακρωτήρι
Επιβλέπων: Καναρέλης Θεοκλής
Αριθμός Αναφοράς: 1250

Η παρούσα διπλωματική εργασία αφορά τον σχεδιασμό ενός πρότυπου κέντρου εκμάθησης υπολογιστών και ψηφιακών δεξιοτήτων. Αφορμή για την ανάπτυξη της πρότασης αποτελεί η σημασία της τεχνολογίας στη σύγχρονη κοινωνία και η ανάγκη αντιμετώπισης του ψηφιακού χάσματος που εξακολουθεί να παρατηρείται, ιδιαίτερα στην Ελληνική πραγματικότητα. Στόχος του έργου είναι η δημιουργία ενός εκπαιδευτικού και ερευνητικού πυρήνα που θα προωθεί τη διάδοση της τεχνολογικής γνώσης, την ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων και τη σύνδεση της κοινωνίας με τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις.
Η πρόταση χωροθετείται εντός της Πολυτεχνειούπολης Αθηνών και αναπτύσσεται σε συνεργασία με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αξιοποιώντας τις δυνατότητες αλληλεπίδρασης με την ακαδημαϊκή κοινότητα και ενισχύοντας τις προοπτικές εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας. Η σύνθεση διαμορφώνεται λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του οικοπέδου, την κλίμακα των γειτονικών πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων και τις ανάγκες του προτεινόμενου προγράμματος.
Το κτιριακό συγκρότημα αποτελείται από δύο κτίρια, τα οποία συνδέονται με γέφυρες και οργανώνονται γύρω από άξονες κίνησης και κοινόχρηστους χώρους. Το κτιριολογικό πρόγραμμα περιλαμβάνει αίθουσες διδασκαλίας και εργαστήρια, χωρους εκμάθησης ψηφιακών τεχνών (Digital Arts) και εργαστήριο πρωτοτυποποίησης (Fab Lab) εξοπλισμένο με σύγχρονα μέσα κατασκευής και πειραματισμού. Παράλληλα, ενσωματώνονται χώροι εκθέσεων, διαλέξεων, σεμιναρίων και εκδηλώσεων, ενισχύοντας τον δημόσιο και εξωστρεφή χαρακτήρα του κέντρου.
Η πρόταση επιδιώκει να αποτελέσει ένα σύγχρονο τοπόσημο εκπαίδευσης και τεχνολογίας, όπου η γνώση, η έρευνα και η δημιουργικότητα συνυπάρχουν, συμβάλλοντας στην ενδυνάμωση της ψηφιακής παιδείας και στην ανάπτυξη μιας ενεργής κοινότητας μάθησης και καινοτομίας.
Λέξεις κλειδιά: Τεχνολογία, Έρευνα, Εκθεσιακό και Συνεδριακό Κέντρο, Ψηφιακές Τέχνες, Εργαστήριο Προτυπωποίησης
Επιβλέπουσα: Συμεωνίδου Ιωάννα
Αριθμός Αναφοράς: 1229

Το Nōdo είναι ένας μικρός, ευκίνητος κόμβος που πολλαπλασιάζεται και στήνεται στον αστικό ιστό, δημιουργώντας χώρο για όσους θέλουν να εκθέσουν τα δημιουργήματά τους, αναζητώντας ορατότητα και διάλογο. Η πρόταση αυτή πηγάζει από τη δική μου προσωπική εμπειρία στον χώρο των εκθέσεων, αλλά και από τις συζητήσεις με ανθρώπους που γνώρισα εκεί. Οι περισσότεροι βρίσκουν μια αφορμή μέσα από τη δημιουργία τους να εκφραστούν, αλλά όσα φτιάχνουν παραμένουν κλεισμένα σε ντουλάπια και αποθήκες, χωρίς να εκτίθενται στο κοινό, καθώς αυτό είναι πολύ δύσκολο σήμερα.
Αποφάσισα να σχεδιάσω έναν κόμβο ανοιχτό, όπου νέοι δημιουργοί και περαστικοί, έλκονται σε έναν πυρήνα, που συνεχώς αλλάζει και αναπτύσσεται. Η αρχιτεκτονική του βασίζεται στο ρεύμα Japandi, στο οποίο Ιαπωνία και Δανία συναντιούνται, με βασικά χαρακτηριστικά το ξύλο, το φως, το ύφασμα και τις διαφάνειες, που αφήνουν το βλέμμα να περιπλανηθεί, παράγοντας εμπειρίες. Υιοθετεί στην κατασκευή του την παραδοσιακή τεχνική ξυλοδεσίας, Kumiki, η οποία προάγει την εφήμερη, και με μηδενικό αποτύπωμα στην πόλη, δομή. Στο Nōdo η κάθε μέρα αλλά και η κάθε ώρα της, αλλάζει τον χώρο. Στην παρούσα διπλωματική εργασία γίνεται μια ξεχωριστή αναφορά στο παράδειγμα εφαρμογής του Nōdo στο κέντρο της πόλης της Αθήνας και συγκεκριμένα στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Εκεί που καθημερινά περνούν χιλιάδες κόσμου, αλλά κανείς δεν στέκεται να παρατηρήσει.
Η εφαρμογή του Nōdo στην πλατεία δημιουργεί έναν κοινωνικό και πολιτιστικό πυκνωτή, για συναντήσεις, συνέργειες και μικρές εκπλήξεις που μετατρέπουν το «πέρασμα» σε εμπειρία.
Αν κάτι μένει, είναι η αίσθηση ότι η πόλη μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρουσα όταν της δίνεις έναν λόγο να σταματήσει να τρέχει.
Λέξεις Κλειδιά: Σχεδιασμός Μονάδας, Εκθεσιακό Περίπτερο, Ξυλοδεσιά, Εφήμερη Κατασκευή, Βιωσιμότητα
Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν
Αριθμός Αναφοράς: 1207

Η διπλωματική εργασία εστιάζει στη Μεταμόρφωση Καρδίτσας, έναν οικισμό που έχει πληγεί επανειλημμένα από πλημμυρικά φαινόμενα, γεγονός που αναδεικνύει την ιδιαίτερα ευάλωτη θέση του στον Θεσσαλικό κάμπο. Οι εκτεταμένες καταστροφές του 2023 οδήγησαν στη λήψη απόφασης για τη μετεγκατάσταση του οικισμού. Ωστόσο, μέχρι την υλοποίησή της, μέρος των κατοίκων επέστρεψε στον πλημμυρισμένο τόπο, προχωρώντας σε επισκευές των κατεστραμμένων κατοικιών.
Η πρόταση συνίσταται στη διαμόρφωση ενός δικτύου υποδομών που εκτείνεται κατά μήκος του άξονα σύνδεσης του υφιστάμενου οικισμού της Μεταμόρφωσης με τον εν δυνάμει νέο οικισμό και στοχεύει στη στήριξη της κοινότητας στη διαδικασία της μετάβασης, αντιμετωπίζοντας την «επισκευή» όχι ως μεμονωμένη πράξη αποκατάστασης, αλλά ως μια σύνθετη διαδικασία που αφορά τόσο την ανασυγκρότηση των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων όσο και του αποδυναμωμένου αγροτικού τοπίου. Κεντρικό ρόλο στο εγχείρημα διαδραματίζει η σύσταση ενός αγροτουριστικού συνεταιρισμού, ο οποίος λειτουργεί ως διοικητικός, κοινωνικός και εκπαιδευτικός πυρήνας της πρότασης. Το προτεινόμενο δίκτυο αναπτύσσεται τόσο στον αγροτικό χώρο όσο και εντός του οικισμού, μέσα από επεμβάσεις μόνιμου και εφήμερου χαρακτήρα, που συμπεριλαμβάνουν το κεντρικό κτίριο του συνεταιρισμού, παρασκευαστήρια τοπικών προϊόντων, μονάδες φιλοξενίας επισκεπτών, συνεταιριστικά καταστήματα, καθώς και συμπληρωματικές υποδομές που υποστηρίζουν τη λειτουργία του δικτύου.
Ο σχεδιασμός των δομών αποσκοπεί στον περιορισμό του κινδύνου καταστροφών σε περίπτωση πλημμυρών. Η βασική χωρική και κατασκευαστική λογική στηρίζεται στην απομάκρυνση των κτιρίων από το έδαφος, με την προσθήκη ενός ενδιάμεσου επιπέδου ανάμεσα στο χώρο που πλημμυρίζει και τη στέγη . Οι κύριες λειτουργίες αναπτύσσονται στον όροφο των επεμβάσεων, ενώ στο ισόγειο χωροθετούνται πιο εφήμερες χρήσεις, επιτρέποντας την προσαρμογή του δομημένου περιβάλλοντος στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του τοπίου.
Η παρούσα διπλωματική εργασία επιδιώκει, μέσα από μια προσέγγιση «από τα κάτω» που βασίζεται στην επιτόπια έρευνα και τον διάλογο με τους κατοίκους, να υποστηρίξει μια κοινότητα που απειλείται με διάλυση, ενισχύοντας την ικανότητα ανάκαμψης και αυτοπροσδιορισμού της μετά από φυσικές καταστροφές. Παράλληλα, αποσκοπεί στη μακροπρόθεσμη ενδυνάμωση της κοινότητας απέναντι σε ευρύτερες πιέσεις που χαρακτηρίζουν τον Θεσσαλικό κάμπο, όπως η ερημοποίηση του εδάφους, η υπεράντληση των υπόγειων υδάτων και η γήρανση του πληθυσμού, φαινόμενα που οδηγούν στη συνολική εγκατάλειψη του τοπίου και των οικισμών που το συντηρούν.
Λέξεις Κλειδιά: Μεταμόρφωση, Πλημμύρες, Επισκευή, Αγροτουριστικός Συνεταιρισμός, Θεσσαλικός Κάμπος
Επιβλέποντες: Μητρούλιας Γεώργιος, Φωκαΐδης Πέτρος
Αριθμός Αναφοράς: 1197

Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον σχεδιασμό μιας προσωρινής, ευέλικτης σχολικής μονάδας, προσχολικής εκπαίδευσης (δυο πρώτες τάξεις - προνήπιο,νηπιαγωγίο), ως απάντηση στις αυξημένες ανάγκες για αίθουσες που προέκυψαν από την εφαρμογή της δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής εκπαίδευσης, πρόγραμμα του υπουργείο παιδείας. Αφετηρία της μελέτης αποτελεί η καταγραφή του υφιστάμενου προβλήματος στέγασης σχολικών μονάδων, με έμφαση στη χρήση αιθουσών τύπου container, καθώς και η ανάλυση των θεσμικών και χωρικών περιορισμών που καθορίζουν τον σχεδιασμό τους. Η εργασία προσεγγίζει το σχολείο όχι ως μεμονωμένο κτίριο, αλλά ως μια μικρής κλίμακας «γειτονιά», οργανωμένη μέσα από διακριτές χωρικές ενότητες που αντιστοιχούν σε βασικές εμπειρίες του παιδιού: την έξω γειτονιά, τη φύση, το παιχνίδι, τη μάθηση και τη μέσα γειτονιά. Οι έννοιες αυτές λειτουργούν ως εννοιολογικά και χωρικά εργαλεία, καθοδηγώντας τη διαμόρφωση των εκπαιδευτικών και υπαίθριων χώρων και την ομαλή μετάβαση του παιδιού από το ευρύτερο περιβάλλον στο προστατευμένο σχολικό πλαίσιο.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η μελέτη αντλεί αναφορές από την αρχιτεκτονική σκέψη του Τάκη Ζενέτου και του Δημήτρη Πικιώνη, εστιάζοντας στην έννοια της σχολικής κοινότητας, της ευελιξίας και της βιωματικής σχέσης με τον χώρο. Σε σχεδιαστικό επίπεδο, προτείνεται ένα αρθρωτό σύστημα σχολικών αιθουσών βασισμένο σε τυποποιημένες μονάδες container τύπου ISO, το οποίο επιτρέπει την εύκολη επανάληψη, τη μεταφορά και την προσαρμογή σε διαφορετικά οικόπεδα και συνθήκες.
Στο πλαίσιο της μελέτης, εξετάζονται αναλυτικά επιμέρους σχεδιαστικές ενότητες της σχολικής μονάδας. Ειδικότερα, μελετώνται ξεχωριστά οι αίθουσες διδασκαλίας ως βασικές λειτουργικές μονάδες, οι προσόψεις ως μεταβατικά φίλτρα μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, καθώς και τα συστήματα στέγασης και σκίασης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πτύχωση ως αρχή κινητής σκίασης, η οποία επιτρέπει την προσαρμογή των υπαίθριων χώρων στις μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες. Παράλληλα, διερευνάται ο ρόλος των προαυλίων ως αναπόσπαστο τμήμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της καθημερινής εμπειρίας του παιδιού.
Η μελέτη καταλήγει στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης σχολικής μονάδας, ικανής να αναπτύσσεται οριζόντια και καθ’ ύψος, ενσωματώνοντας υπαίθριους και ημιυπαίθριους χώρους, αυλές και συστήματα σκίασης. Στόχος της πρότασης είναι η δημιουργία ενός λειτουργικού, ανθρώπινου και παιδαγωγικά ποιοτικού περιβάλλοντος, το οποίο ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες της προσχολικής εκπαίδευσης, διατηρώντας παράλληλα τον προσωρινό και ευέλικτο χαρακτήρα του.
Λέξεις Κλειδιά: υποχρεωτική εκπαίδευση, container, προσόψεις, προαύλια, πτυχωτή τέντα
Επιβλέπουσα: Βυζοβίτη Σοφία
Αριθμός Αναφοράς: 1211
