
Η παρούσα μελέτη διερευνά τη σχέση της πόλης του Βόλου με το θαλάσσιο μέτωπο, εστιάζοντας στην περιοχή του Αναύρου ως πεδίο όπου διασταυρώνονται ιστορικές, κοινωνικές, πολεοδομικές και περιβαλλοντικές διεργασίες. Αφετηρία αποτελεί η διαπίστωση ότι η θάλασσα, παρότι καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητας της πόλης, έχει καταστεί τα τελευταία χρόνια ένας ολοένα και λιγότερο προσβάσιμος χώρος καθημερινής χρήσης, εξαιτίας περιβαλλοντικών πιέσεων και ακραίων φυσικών φαινομένων. Η απώλεια της δυνατότητας κολύμβησης εντός του αστικού ιστού αναδεικνύει το ζήτημα της εγγύτητας σε καθαρά και ασφαλή ύδατα ως κρίσιμη παράμετρο του σύγχρονου αστικού σχεδιασμού. Η μελέτη προσεγγίζει ιστορικά την ανάδυση των θαλάσσιων λουτρών στον ελληνικό χώρο από τα τέλη του 19ου αιώνα, αναδεικνύοντας το λουτρό ως κοινωνική πρακτική και όχι απλώς ως μορφή αναψυχής ή υγιεινής. Η μετάβαση από τα αυστηρά οργανωμένα και έμφυλα διαχωρισμένα λουτρά στις μικτές παραλίες (bains mixtes) αποτυπώνει έναν ευρύτερο μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων και του δημόσιου χώρου, όπου το σώμα, η ορατότητα και η αρχιτεκτονική συνυφαίνονται. Η περίπτωση του Αναύρου εξετάζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας. Τα ξύλινα λουτρά και οι εξέδρες των αρχών του 20ού αιώνα συγκροτούσαν ένα ελεγχόμενο λουτρικό τοπίο, το οποίο σταδιακά αποδομήθηκε μέσα από τη φθορά, τη μετασεισμική ανασυγκρότηση και την αστική επέκταση, οδηγώντας στη διαμόρφωση ενός ανοιχτού δημόσιου πάρκου. Ωστόσο, η σύγχρονη περιβαλλοντική υποβάθμιση επαναφέρει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της σχέσης πόλης και νερού. Η εργασία καταλήγει σε μια σχεδιαστική πρόταση που αντιμετωπίζει το νερό ως ενεργό χωρικό και κοινωνικό παράγοντα, προτείνοντας παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην αποκατάσταση μιας ανθεκτικής, βιώσιμης και συλλογικά προσβάσιμης σχέσης ανάμεσα στον αστικό χώρο και τη θάλασσα.
Λέξεις Κλειδιά : Μπάνιο, Κολύμπι, Πλαζ, Πάρκο, Νερό
Επιβλέποντες: Γαβρήλου Έβελυν, Μπουρδάκης Βασίλης
Αριθμός Αναφοράς: 1204

Η παρούσα διπλωματική εργασία επιχειρεί να απαντήσει σε ένα από τα πιο επείγοντα και σύνθετα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας: τη φιλοξενία προσφύγων και μεταναστών όχι ως προσωρινή διαχείριση κρίσης, αλλά ως μια πράξη ευθύνης, φροντίδας και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Στο επίκεντρο της πρότασης τίθεται ο άνθρωπος και η ανάγκη του για ασφάλεια, αξιοπρέπεια και συμμετοχή, μέσα από μια αρχιτεκτονική που δεν επιβάλλεται, αλλά συνομιλεί με τον τόπο, το περιβάλλον και την κοινωνία. Η επιλογή της περιοχής της Αμμουδάρας στο Ηράκλειο Κρήτης βασίζεται σε γεωγραφικά, κοινωνικά και συμβολικά κριτήρια. Η εγγύτητα στο κέντρο της πόλης, στο λιμάνι και στον αερολιμένα, καθώς και η γειτνίαση με τη Νέα Αλικαρνασσό - ιστορικό προσφυγικό τόπο - προσδίδουν στο εγχείρημα χαρακτήρα συνέχειας και μνήμης. Σε έναν τόπο που καθημερινά υποδέχεται μετακινούμενους πληθυσμούς αλλά στερείται οργανωμένων δομών φιλοξενίας, η πρόταση έρχεται να καλύψει ένα ουσιαστικό κενό, προσφέροντας μια χωρική απάντηση που δεν απομονώνει αλλά ενσωματώνει. Ο σχεδιασμός της πρότασης στηρίζεται πάνω σεωτρεις βασικούς άξονες: τη βιωσιμότητα, την ευκολία και ταχύτητα υλοποίησης και την αντοχή των κατασκευών σε βάθος χρόνου, σε συνδυασμό πάντοτε με την κοινωνική συμπερίληψη. Ο πρώτος και θεμελιώδης στόχος είναι η περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Οι κατοικίες κατασκευάζονται από ξύλο, ένα ανανεώσιμο, φυσικό και φιλικό προς το περιβάλλον υλικό, με εξαιρετικές θερμομονωτικές ιδιότητες. Η χρήση του μειώνει σημαντικά το ενεργειακό αποτύπωμα των κτιρίων, συμβάλλοντας στην εξοικονόμηση ενέργειας τόσο κατά την κατασκευή όσο και κατά τη λειτουργία τους. Παράλληλα, η ενσωμάτωση παθητικών βιοκλιματικών στρατηγικών, όπως ο διαμπερής αερισμός, ο φυσικός φωτισμός, οι ηλιακοί συλλέκτες και τα συστήματα συλλογής όμβριων υδάτων, ενισχύουν την ενεργειακή αυτονομία και την αυτάρκεια του συγκροτήματος. Επιπλέον οι κατασκευές είναι υπερυψωμένες και υποτάσσονται στο φυσικό ανάγλυφο, διατηρώντας την υπάρχουσα φύτευση. Με τον τρόπο αυτό οι δομές δεν λειτουργούν ως ξένο σώμα, αλλά ως προέκταση της φύσης και του μεσογειακού τοπίου. Ο δεύτερος στόχος αφορά την ευκολία και την ταχύτητα κατασκευής. Οι ξύλινες κατοικίες σχεδιάζονται ως απλά, ευέλικτα και επαναλαμβανόμενα συστήματα, τα οποία μπορούν να συναρμολογηθούν γρήγορα, με ελάχιστο εξειδικευμένο εξοπλισμό και ειδικευμένο προσωπικό. Τα δομικά στοιχεία μπορούν να αποσυναρμολογηθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν χωρίς ιδιαίτερες φθορές, επιτρέποντας την προσαρμογή των δομών σε μεταβαλλόμενες ανάγκες. Η δυνατότητα συμμετοχής των ίδιων των προσφύγων στη διαδικασία κατασκευής ενισχύει την αυτονομία, την αίσθηση ιδιοκτησίας και τη συλλογικότητα, μετατρέποντας την αρχιτεκτονική από στατικό προϊόν σε δυναμική κοινωνική διαδικασία. Ο τρίτος άξονας αφορά την αντοχή και τη μακροχρόνια λειτουργικότητα των κατοικιών, τόσο σε τεχνικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Παρά τον ελαφρύ και ευέλικτο χαρακτήρα τους, οι κατασκευές είναι ανθεκτικές, οικονομικές στη συντήρηση και προσαρμοσμένες στις κλιματικές συνθήκες της Κρήτης. Ταυτόχρονα, ο σχεδιασμός βασίζεται στις αρχές του καθολικού σχεδιασμού, εξασφαλίζοντας πλήρη προσβασιμότητα για άτομα με κινητικές δυσκολίες και ΑμεΑ μέσω ενός συνεχούς δικτύου ραμπών. Η συμπερίληψη δεν αντιμετωπίζεται ως προσθήκη, αλλά ως αναπόσπαστο στοιχείο της αρχιτεκτονικής πρότασης. Με την ενσωμάτωση σχολείου- κέντρου δεξιοτήτων ολοκληρώνεται το όραμα της πρότασης, ενισχύοντας την κοινωνική ένταξη, την ενδυνάμωση την εκπαίδευση και τη δημιουργική έκφραση. Η αρχιτεκτονική λειτουργεί εδώ ως μέσο επανεκκίνησης, προσφέροντας όχι μόνο στέγη, αλλά χώρο για ζωή, συνύπαρξη και προοπτική. Η διπλωματική αυτή δεν προτείνει απλώς μια λύση, αλλά διατυπώνει μια θέση: ότι η φιλοξενία μπορεί να είναι βιώσιμη, ανθεκτική, συμπεριληπτική και πάνω απ’ όλα, ανθρώπινη.
Λέξεις κλειδιά: συμπερίληψη, βιωσιμότητα, ανθεκτικότητα, κοινωνική ενδυνάμωση, φιλοξενία
Επιβλέπουσα: Κοσμά Ανθή
Αριθμός Αναφοράς: 1222

Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό μιας μονάδας παρηγορητικής φροντίδας, που οργανώνεται γύρω από έναν ανοιχτό κήπο, προσβάσιμο στην κοινότητα. Ο κήπος δεν αντιμετωπίζεται ως απλός εξωτερικός χώρος, αλλά ως ενεργό στοιχείο φροντίδας και συνάντησης, ικανό να συνδέει το κτίριο με την πόλη και να ενσωματώνει την καθημερινή ζωή στο θεραπευτικό περιβάλλον.
Η πρόταση στοχεύει στην επανανοηματοδότηση της παρηγορητικής φροντίδας, απομακρυνόμενη από την εικόνα της ως απομονωμένης και περιθωριοποιημένης. Αντίθετα, προσεγγίζεται ως μέρος μιας συνεχούς διαδρομής φροντίδας που συνοδεύει τον άνθρωπο σε διαφορετικά στάδια της ζωής του, δίνοντας έμφαση στην ποιότητα της καθημερινότητας, στη συναισθηματική υποστήριξη και στη διατήρηση της αξιοπρέπειας.
Η εργασία εντάσσεται στο πλαίσιο της περιορισμένης παροχής παρηγορητικής φροντίδας στην Ελλάδα, όπου η έλλειψη οργανωμένων δομών και η περιορισμένη θεσμική ενσωμάτωση οδηγούν συχνά σε νοσοκομειοκεντρική διαχείριση των ασθενών. Μέσα από την αρχιτεκτονική πρόταση, ασκείται κριτική στον τρόπο που οι σύγχρονες δομές υγείας οργανώνονται ως κλειστά και απομονωμένα συστήματα, αποκομμένα από τον αστικό ιστό και τη συλλογική εμπειρία της πόλης. Η φροντίδα, μέσα από τη χωρική σύνθεση, επανανοηματοδοτείται ως κοινωνική και βιωματική συνθήκη που συνυπάρχει με τον δημόσιο χώρο, επιτρέποντας ορατότητα, συνύπαρξη και ήπια αλληλεπίδραση, χωρίς να αναιρείται η ανάγκη για ηρεμία, προστασία και ιδιωτικότητα των ασθενών και των οικογενειών τους.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σχέση του κτιρίου με το τοπίο, στη διαχείριση των μεταβάσεων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, καθώς και στη δημιουργία χώρων που υποστηρίζουν διαφορετικές στιγμές της καθημερινότητας: παραμονή, φροντίδα, αναμονή, περισυλλογή και συνάντηση. Μέσα από διαβαθμισμένες χωρικές εμπειρίες, το κτίριο λειτουργεί ως ενδιάμεσος τόπος ανάμεσα στην πόλη και τον άνθρωπο, απομακρυνόμενο από τον αυστηρά ιδρυματικό χαρακτήρα και υιοθετώντας ποιότητες που παραπέμπουν σε κατοίκηση.
Λέξεις Κλειδιά: Δημόσιος χώρος, Θεραπεία, Ποιότητα ζωής, Αστικό Πράσινο, Κοινωνική Ένταξη
Επιβλέποντες: Γαβρήλου Έβελυν, Φωκαΐδης Πέτρος
Αριθμός Αναφοράς: 1201

Πώς να ζει κανείς με μαγιό; Μέσω αυτής της διπλωματικής θέλαμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα δημιουργώντας μια εξοχική κατοικία στο νησί της Τήνου. Σε έναν τόπο ήδη αλλοιωμένο όπως είναι τα νησιά του Αιγαίου η κατοικία μας δεν επιδιώκει να ενισχύσει αυτού του είδους την αρχιτεκτονική, αλλά να συνυπάρξει με αυτή, προτείνοντας έναν νέο τόπο παρουσίας μέσα στο τοπίο και κεντρικό άξονα την ανάδειξη της βιωματικής απλότητας. Η σχεδιαστική μεθοδολογία εστιάζει στην περιοχή της Καρδιανής, επιλέγοντας ένα οικόπεδο με κλίση και νοτιοδυτικό προσανατολισμό, ανάμεσα στον Όρμο Καρδιανής και την παραλία Καλύβια. Η αρχιτεκτονική σύνθεση διέπεται από τις αρχές του λειτουργικού ορθολογισμού και της βιοκλιματικής προσαρμογής, μετατρέποντας τα κλιματολογικά και τοπογραφικά δεδομένα σε καθαρές σχεδιαστικές χειρονομίες. Η κατοικία αναπτύχθηκε παράλληλα με την τοπογραφία του εδάφους και τα κλιματολογικά δεδομένα συνέβαλαν επίσης στον σχεδιασμό της.
Η χωροταξική οργάνωση ιεραρχεί την ανάπτυξη υπαίθριων και ημιυπαίθριων χώρων, οι οποίοι λειτουργούν ως οργανική συνέχεια του εσωτερικού, εξασφαλίζοντας διαμπερότητα και φυσικό αερισμό. Μέσα από μια μινιμαλιστική προσέγγιση που απορρίπτει την περιττή πληροφορία, αναδεικνύονται οι γεωμετρικοί όγκοι και η υλικότητα της κατασκευής. Η χρήση τοπικών αδρανών υλικών, όπως η πέτρα, διασφαλίζει τη μορφολογική συνοχή με το περιβάλλον και την αειφορία της δομής ενώ παράλληλα την εντάσσει αρμονικά στο κυκλαδικό τοπίο. Το τελικό αποτέλεσμα προτείνει μια κατοικία λειτουργικά αυτοτελή, που εναρμονίζεται με το φυσικό ανάγλυφο, προσφέροντας μια αυθεντική εμπειρία διαβίωσης σε άμεση επαφή με το θαλάσσιο μέτωπο όπου ζεις απλά με το μαγιό σου.
Λέξεις Κλειδία : Τήνος, κατοικία, μαγιο, βιωσιμότητα, τοπίο
Επιβλέπων: Πανηγύρης Κωστής
Αριθμός Αναφοράς: 1200

Εφαρμογές του μη πεπερασμένου
Σε συνέχεια της θεωρητικής αναζήτησης του ερευνητικού μου, που είχε να κάνει με τον τρόπο που ο άνθρωπος βιώνει και περιορίζει τους υποθετικά άπειρους χώρους παίρνοντας σαν πεδίο ανάλυσης τη θάλασσα, το συνθετικό και τελικό κομμάτι της διπλωματικής μου εργασίας είναι: H πειραματική συνθετική έρευνα πάνω στο συντονισμό ενός σεναρίου κατοίκησης και οργάνωσης μιας εξ ολοκλήρου πλωτής κοινότητας σε ένα μεταβαλλόμενο υδάτινο μη-μέρος.
Η απόφαση μου να ασχοληθώ με αυτό το θέμα ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο της ερευνητικής μου εργασίας, όχι μόνο φέρνοντας μαζί τον πλωτό χαρακτήρα και τη σχέση με το νερό, αλλά κυρίως την ανάγκη μου να καταλάβω τον σχεδιασμό χωρίς συγκεκριμένα όρια, με πολλούς ορίζοντες.
Πως επιλέγω έναν από όλους όσους μπορώ να οραματισθώ ή να κοιτάξω;
Τι σημαίνει οργανικός τρόπος σκέψης και σχεδιασμού; μπορεί να λειτουργήσει σε ένα τέτοιο πλαίσιο; πότε ξεκινούν οι περιοριστικές σκέψεις και οι πρακτικοί περιορισμοί; υπάρχει λόγος να σκέφτομαι τεχνικά σε αυτές τις περιπτώσεις; Πως η διαδικασία της έρευνας μπορεί να επηρεάσει τη παραγωγή συνθετικών ιδεών;
Αυτά είναι ερωτήματα που έρχομαι συνεχώς αντιμέτωπη σε αυτή τη διπλωματική, για κάποιους αυτονόητα και ίσως ακόμα παιδικά, όμως θεωρώ πως είναι αρχικά στάδια εμπέδωσης που αναγκάζουν τον οποιονδήποτε να τα λύσει ή να τα σκεφτεί όταν ασχολείται με ιδεατά θέματα. Το ερευνητικό μου είχε αρκετά προσωπικό χαρακτήρα, σε μια προσπάθεια μαζί με την ακαδημαϊκή γνώση να κατανοήσω τους δικούς μου τρόπους ανάγνωσης του κόσμου και να δημιουργήσω συνειδητές μεθοδολογίες για την παρουσίαση και τη μεταφορά τους έξω από το κεφάλι μου. Το ίδιο θα συνεχίσει και σε αυτό το έργο εμπλουτισμένο με σχεδιαστικές προσεγγίσεις πέρα από θεωρητικές που θα ψάχνουν μια προσωπική απάντηση. Όχι απόλυτη μα συγκεκριμένη.
Λέξεις κλειδιά: Έρευνα, κίνηση, ατελές, οργανικό, πλωτό, τυχαιότητα, οργάνωση, μεθοδολογία, αναζήτηση, μπλέξιμο ειδικοτήτων.
Επιβλέπουσα: Τροβά Βάσω
Αριθμός Αναφοράς: 1205

Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον σχεδιασμό ενός συγκροτήματος κατοικιών στη Βαλέτα της Μάλτας, διερευνώντας πώς η σύγχρονη κατοίκηση μπορεί να επανερμηνεύσει τις βασικές αρχές της παραδοσιακής μάλτεζικης αρχιτεκτονικής. Η έρευνα εστιάζει όχι στη μορφολογική αναπαραγωγή της παράδοσης, αλλά στη μετάφραση της χωρικής της λογικής σε ένα σύγχρονο αστικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη το μεσογειακό κλίμα, την υψηλή πυκνότητα και την έλλειψη ελεύθερων και πράσινων χώρων.
Η πρόταση βασίζεται στην οργάνωση της κατοίκησης γύρω από εσωτερικές αυλές και αιθρία, τα οποία λειτουργούν ως χωρικοί και κοινωνικοί πυρήνες, εξασφαλίζοντας φυσικό φωτισμό, αερισμό και σαφείς μεταβάσεις μεταξύ δημόσιου, ημι-δημόσιου και ιδιωτικού χώρου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα ερκέρ, τα οποία επανερμηνεύονται ως σύγχρονα φίλτρα κατοίκησης, ρυθμίζοντας τη σχέση των κατοικιών με τον δρόμο και το αστικό τοπίο, καθώς και στις κυκλικές σκάλες, που αντιμετωπίζονται ως ενεργά αρχιτεκτονικά στοιχεία κίνησης και εμπειρίας.
Παράλληλα, η πρόταση επεκτείνεται πέρα από το κτιριακό αντικείμενο, ενσωματώνοντας τον σχεδιασμό πάρκου και χώρων πρασίνου σε μια περιοχή που στερείται τέτοιων υποδομών. Το τοπίο αντιμετωπίζεται ως αναπόσπαστο μέρος της κατοίκησης και ως μέσο ενίσχυσης της κοινωνικής ζωής και του μικροκλίματος.
Συνολικά, η εργασία προτείνει ένα σύγχρονο, συλλογικό και τοπικά ενταγμένο μοντέλο κατοίκησης, που επιχειρεί να γεφυρώσει την παράδοση με τις σημερινές κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανάγκες, συμβάλλοντας στον διάλογο για τη μελλοντική κατοίκηση στη μεσογειακή πόλη.
Λέξεις κλειδιά:Μάλτα, μεσογειακή κατοίκηση, συλλογική κατοίκηση, αίθρια, ενσωμάτωση τοπίου
Επιβλέπων: Μανωλίδης Κωνσταντίνος
Αριθμός Αναφοράς: 1209

Στόχος της παρούσας διπλωματικής εργασίας αποτελεί η μελέτη και η εφαρμογή της πρακτικής του σχεδιασμού με βάση το διαθέσιμο, προτείνοντας την δημιουργία εργαστηρίου μελέτης κι ανάπτυξης σπόρων στην Γεωπονική Σχολή του Βόλου με χρήση τοπικών, ανακτημένων δομικών στοιχείων.
Η παρούσα εργασία χωρίζεται σε δύο μέρη, ένα θεωρητικό κι ένα πρακτικό. Αναλυτικότερα, στο πρώτο μέρος αρχικά βάσει της ερευνητικής εργασίας «Η βιογραφία των υλικών στις κατασκευές μέσα από παραδείγματα της γραμμικής, ανακυκλωτικής, κυκλικής και βιοβασισμένης σχεδιαστικής λογικής» που εκπονήθηκε σε συνεργασία με τον συμφοιτητή μου Δημήτρη Ζάρα, γίνεται συνοπτική αναφορά στην περιβαλλοντική κρίση, στο μερίδιο ευθύνης του κατασκευαστικού κλάδου σε αυτή, στην κυκλική οικονομία και τις σχετικές στρατηγικές, ως λύση στο πρόβλημα. Στην συνέχεια, η συμμετοχή στο θεωρητικό εργαστήριο Circu/ability (BIP) [Αμβέρσα, Ιούλιος 2023] λειτούργησε ως θεμέλιο για την χαρτογράφηση της διαδικασίας που ακολουθείται στην πρακτική του σχεδιασμού με βάση το διαθέσιμο σε χώρες της Ευρώπης όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία. Ακόμα, παρουσιάζεται η αντίστοιχη διαδικασία όπως εφαρμόστηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου Layers of Permanence (LoP) [Βόλος, Απρίλιος 2024] με βάση την εμπειρία της συμμετοχής στην ομάδα υποστήριξης αυτού.
Το δεύτερο μέρος αφορά την εφαρμογή αυτής της πρακτικής σχεδιασμού στην πόλη του Βόλου. Πιο συγκεκριμένα, επιλεγμένα δομικά στοιχεία που ανακτήθηκαν στα πλαίσια του LoP, μελετήθηκαν μέσω παρατήρησης, μετρήσεων και πειραματισμών σε κλίμακες 1:1 και 1:20. Έπειτα, βάσει των δυνατοτήτων και των αδύναμων σημείων που εντοπίστηκαν, αλλά και με αφορμή την συνάντηση και την πρόταση της κας Λεβίζου Ευθυμίας -αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Γεωπονική Σχολή του Βόλου- αποφασίστηκε ο σχεδιασμός ενός μικρού θερμοκηπίου για την κάλυψη των αναγκών των σχετικών μαθημάτων της σχολής. Στην συνέχεια ακολούθησε η σχεδιαστική διερεύνηση, κατά την οποία εφαρμόστηκαν αρχές και στρατηγικές της κυκλικής οικονομίας όπως η αποσυναρμολόγηση, το layering και τα R strategies με στόχο τον αποτελεσματικότερο δυνατό σχεδιασμό.
Η τελική πρόταση αφορά μια ορθογώνια, ημιυπαίθρια κατασκευή, με ξύλινο φέροντα οργανισμό και κυρίως ανακτημένα δομικά στοιχεία πλήρωσης, στην περίμετρο της οποίας οργανώνονται τέσσερεις διακριτές ζώνες χρήσεων. Στόχος είναι η δημιουργία ενός κεντρικού χώρου κίνησης για χρήση της κατασκευής εσωτερικά ως εργαστήριο μελέτης και ανάπτυξης σπόρων από μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας (εσωστρεφής χαρακτήρας). Παράλληλα όμως δίνεται δυνατότητα χρήσης της κατασκευής και από την εξωτερική μεριά της, εξυπηρετώντας τόσο ακαδημαϊκούς σκοπούς, όσο και τις δράσεις εξωστρέφειας για την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, μέσω διάθεσης των παραγόμενων σπορόφυτων, διοργάνωσης εργαστηρίων, παρουσίασης των σχετικών ερευνών και εκθέσεων για την ανάδειξη της σημασίας του σπόρου. Τέλος, έγινε μέριμνα για επέκταση της κατασκευής για την κάλυψη πιθανής μελλοντικής ανάγκης.
Λέξεις κλειδιά: Κυκλική Οικονομία, Επαναχρησιμοποίηση, Σχεδιασμός για Αποσυναρμολόγηση, Ανακτημένα Δομικά Στοιχεία, Κατασκευή σε Κλίμακα Περιπτέρου
Επιβλέπουσα: Βροντίση Μαρία
Αριθμός Αναφοράς: 1214

Η προτεινόμενη διπλωματική εργασία αφορά το ναό του Επικούριου Απόλλωνα και τον αρχαιολογικό χώρο στις Βάσσες Φιγαλείας. Ερευνώντας το ιστορικό παρελθόν αλλά και την υφιστάμενη κατάστασή της περιοχής, θα προταθεί μία ολοκληρωμένη σχεδιαστική παρέμβαση με στόχο τη βελτίωση της εμπειρίας του παρατηρητή-επισκέπτη στον χώρο, διατηρώντας όμως παράλληλα την αρχαιολογική του ακεραιότητα.
Βασικά σημεία αυτής της πρότασης θα είναι ο σχεδιασμός μουσειακού χώρου ο οποίος θα περιλαμβάνει μονάδες εργαστηρίων και συντήρησης μνημείων, εκδοτήριο εισιτηρίων, πωλητήριο και εκθεσιακούς χώρους με κέντρο ενημέρωσης για τον αρχαιολογικό χώρο. Πιο συγκεκριμένα, το κτήριο του μουσείου θα λειτουργεί όχι μόνο ως αποθετήριο επιλεγμένων μνημειακών συνόλων, αλλά και ως γέφυρα μεταξύ της απόσπασης και της επανένταξης των ευρημάτων της περιοχής. Στεγάζοντας τα ευρήματα στον μουσειακό αυτόν χώρο, η πρόταση θα στοχεύσει στην εμβάθυνση της κατανόησης της ιστορίας του αρχαιολογικού χώρου μέσω της κατά το δυνατόν επανένταξης των ευρημάτων του κοντά σε αυτόν.
Λέξεις κλειδιά: Ναός Επικούριου Απόλλωνα, Αρχαιολογικά ευρήματα, Απόσπαση και επανένταξη μνημείων, Υπόσκαφο κτίριο, Εκθεσιακός χώρος
Επιβλέπων: Καναρέλης Θεοκλής
Αριθμός Αναφοράς: 1218
