Arch.Uth Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Arch.Uth UTH.gr English

 Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά την ανασύνθεση και επανοικειοποίηση της Πεδιάδας του Μόρνου, ενός αγροτικού, δελταϊκού τοπίου στη Φωκίδα, το οποίο βρίσκεται σήμερα σε μια ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στην παραγωγική μνήμη, την οικολογική αξία και την εγκατάλειψη. Η περιοχή, που στο παρελθόν συγκροτούσε έναν έντονα καλλιεργούμενο κάμπο, έχει υποστεί σημαντικούς χωρικούς, υδρολογικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Η κατασκευή των αναχωμάτων, η λειτουργία του φράγματος του Μόρνου και το ημιτελές έργο του αναδασμού τάραξαν τη σχέση του τόπου με το νερό, την καλλιέργεια και την καθημερινή ζωή των κατοίκων.

 Μέσα από την ιστορική και χωρική ανάγνωση της πεδιάδας, η εργασία αντιμετωπίζει τα υφιστάμενα ίχνη όχι ως υπολείμματα αποτυχίας, αλλά ως αφετηρίες σχεδιασμού. Τα αναχώματα, οι χαράξεις του αναδασμού, τα ανενεργά αρδευτικά συστήματα, οι υγρές ζώνες, οι ημιενεργές καλλιέργειες και η προστατευόμενη οικολογική ταυτότητα της περιοχής συγκροτούν ένα σύνθετο τοπίο σε εκκρεμότητα. Η πρόταση επιχειρεί να μετατρέψει αυτή την πρόκληση σε δυνατότητα εισάγοντας νέες μορφές παραγωγής, συλλογικής χρήσης, περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και ήπιας περιπλάνησης.

 Κεντρικό συνθετικό εργαλείο αποτελεί η διαδρομή «δέω», μια οργανική πορεία πεζών και ποδηλάτων που λειτουργεί ως γραμμικός σύνδεσμος ανάμεσα σε τρεις βασικούς κόμβους της πρότασης. Η διαδρομή δεν οργανώνει μόνο την κίνηση, αλλά παράγει σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο, τη γη, το νερό και το οικοσύστημα. Κατά μήκος της μετασχηματίζεται σε γέφυρα, υπερυψωμένο πέρασμα, χώρο στάσης, υπαίθριο αμφιθέατρο και πύργο παρατήρησης, μετατρέποντας την περιπλάνηση σε βιωματική εμπειρία του τοπίου.

 Η πρώτη παρέμβαση, ο Παραγωγικός Αγρός και το Κέντρο Συλλογικής Κατοίκισης, επαναφέρει την καλλιέργεια ως συλλογική πρακτική φροντίδας, κατοίκησης και αγροτουριστικής εμπειρίας. Η δεύτερη, ο Κοινός Τόπος Περιβαλλοντικής Γνώσης και Κοινότητας, συγκροτεί έναν πυρήνα ενημέρωσης, συνεταιριστικής οργάνωσης και φυσικής δόμησης γύρω από μια νέα υδάτινη συνθήκη. Η τρίτη, ο Πειραματικός Αγρός και ο Δακτύλιος Αγροτικής Έρευνας και Πειραματισμού, εισάγει έναν χώρο δοκιμών, εκπαίδευσης και μελέτης γύρω από το έδαφος, το νερό και τις νέες αγροοικολογικές πρακτικές.

 Συνολικά, η εργασία προτείνει ένα νέο κοινό παραγωγικό τοπίο, όπου η αρχιτεκτονική δεν επιβάλλεται στη γη, αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός φροντίδας, ενεργοποίησης και συλλογικής επανασύνδεσης. Η Πεδιάδα του Μόρνου επανερμηνεύεται ως τόπος γνώσης, καλλιέργειας, οικολογίας, κοινότητας και περιπλάνησης.

5 Λέξεις Κλειδιά:Επανοικειοποίηση της υπαίθρου, Παραγωγική επανενεργοποίηση, Τοπίο σε εκκρεμότητα, Συλλογικότητα, Οικολογία

Επιβλέπων: Φωκαΐδης Πέτρος

Αριθμός Αναφοράς: 1225

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στο λιμενικό σύμπλεγμα της πόλης της Αίγινας, ένα από τα πλέον εκτεταμένα και εξαιρετικά διατηρημένα παραδείγματα πόλης-λιμένα στον ελλαδικό χώρο, με καταβυθισμένα και παράκτια κατάλοιπα που εκτείνονται από τα αρχαϊκά έως τα βυζαντινά χρόνια. Κεντρικό αντικείμενο αποτελεί ο οχυρωμένος πολεμικός λιμένας («κρυπτός λιμήν»), με διατηρημένους πύργους εισόδου και σημαντικά ίχνη ναυτικής υποδομής (νεώσοικοι), καθώς και το ευρύτερο προστατευτικό δίκτυο λιμενικών έργων που περιλαμβάνει λιμενοβραχίονες και σειρές ύφαλων κωνικών λιθοσωρών

 Στο ερευνητικό σκέλος, αξιοποιείται η συστηματική τεκμηρίωση προηγούμενων μελετών και αυτοψιών (με έμφαση στη χαρτογραφική/αρχιτεκτονική αποτύπωση), ενώ ενσωματώνεται το διεπιστημονικό πλαίσιο της σύγχρονης ενάλιας έρευνας: επιφανειακή υποβρύχια διερεύνηση, τρισδιάστατη τοπογραφική αποτύπωση, φωτογραμμετρία, χρήση GIS, δοκιμαστικές ανασκαφικές τομές, καθώς και γεωαρχαιολογικές/γεωφυσικές μέθοδοι χαρτογράφησης του πυθμένα. Στο σχεδιαστικό σκέλος, η διπλωματική δεν επιδιώκει ανακατασκευή των καταλοίπων, αλλά προτείνει τρόπους ανάδειξης και βιωματικής πρόσβασης μέσω ήπιων, αναστρέψιμων και τοπιοκεντρικών παρεμβάσεων στην παράκτια περιοχή της Κολώνας. Διατυπώνονται εναλλακτικά σενάρια χωρικής οργάνωσης (από υψηλής έντασης μόνιμες λύσεις έως χαμηλής έντασης προσαρμοστικές), με τελικό προσανατολισμό σε ένα ευέλικτο σύστημα αρθρωτών πλωτών πλατφορμών και διαδρομών, το οποίο συμπληρώνεται από διακριτικές, ημι-θαμμένες υποδομές υποστήριξης για κοινό και ερευνητές/δύτες. Η πρόταση επιδιώκει να γεφυρώσει την αρχαιολογική τεκμηρίωση με τη σύγχρονη εμπειρία του παράκτιου τοπίου, ενισχύοντας την αναγνωσιμότητα του υποθαλάσσιου πολιτιστικού αποθέματος χωρίς μόνιμη αλλοίωση του χαρακτήρα του χώρου.

Λέξεις-κλειδιά: Ενάλια αρχαιολογία, Λιμενικό σύμπλεγμα Αίγινας, Καταδυτικό πάρκο, Διαδρομές ξηράς – θάλασσας, Πλωτές κατασκευές

Επιβλέπουσα: Τροβά Βάσω

Αριθμός Αναφοράς: 1208

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον σχεδιασμό ενός χώρου φροντίδας για άτομα με αυτοάνοσα νοσήματα, όχι ως ιατρική δομή ίασης, αλλά ως περιβάλλον προσωρινής παραμονής, αποφόρτισης, ανάπαυσης και επαναφοράς της σωματικής και ψυχικής ισορροπίας. Αφετηρία της εργασίας αποτελεί η εμπειρία της χρόνιας ασθένειας ως μεταβολή της σχέσης του ανθρώπου με το ίδιο του το σώμα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος οργανώνει την καθημερινότητά του, διαχειρίζεται την ενέργειά του, σχετίζεται με τους άλλους και αντιλαμβάνεται τον χώρο γύρω του.

 Επομένως, η προσέγγιση δεν περιορίζεται στη διάγνωση, αλλά εστιάζει στο βίωμα της ασθένειας και στις ανάγκες που προκύπτουν: παύση, απόσυρση, αποδοχή, κοινότητα και χώροι που επιτρέπουν την ήπια ενεργοποίηση. Μέσα από ερωτηματολόγια, θεωρητική και επιστημονική έρευνα και ανάλυση, η εργασία αναγνωρίζει ότι οι αυτές ανάγκες των χρόνιων ασθενών δεν είναι απλώς ψυχολογικές ή κοινωνικές, αλλά συνδέονται με τη σωματική μεταβλητότητα, τη δυσκολία ρύθμισης του στρες, την κόπωση και την ανάγκη επιστροφής σε αίσθηση ασφάλειας.

 Έτσι, ο σχεδιαστικός στόχος μετατοπίζεται από την έννοια της θεραπείας στην έννοια της φροντίδας: στη δημιουργία ενός χώρου που δεν υπόσχεται ίαση, αλλά υποστηρίζει το σώμα στην προσπάθειά του να αποφορτιστεί, να επανασυνδεθεί με φυσικούς ρυθμούς και να κατοικήσει ξανά με μεγαλύτερη ανακούφιση. Η σύγχρονη επιστημονική τεκμηρίωση για τη σχέση φύσης, στρες, φλεγμονής και κοινωνικοποίησης ενισχύει την θέση, ότι το χωρικό πλαίσιο καθημερινότητας δεν είναι ουδέτερο για το σώμα, αλλά λειτουργεί ως ένας δυναμικός παράγοντας ρύθμισης.

 Η πρόταση λοιπόν χωροθετείται στο Νότιο Πήλιο, σε έναν ελαιώνα στη περιοχή του Λογγαρίου, που περιβάλλεται από δάση βελανιδιών και καστανιών, και οργανώνεται ως διάσπαρτο φροντιστικό πεδίο, αντί για ενιαίο κτίριο-θεραπευτήριο, το οποίο εμπεριέχει τη διαμονή, την κοινή ζωή, την παύση, την κίνηση και τις καθημερινές πρακτικές φροντίδας. Το οικόπεδο, το ανάγλυφο, η βλάστηση, η σκιά, η θέα της θάλασσας, ο ήλιος, ο άνεμος και το μικροκλίμα λειτουργούν ως βασικοί κανόνες σύνθεσης, ενώ κεντρική τυπολογική αναφορά αποτελεί το μαντρί/σταβλική δομή, ως μορφή «αρχιτεκτονικής της μνήμης» και ως κατοίκηση στο τοπίο με ελάχιστο, λιτό και εξωστρεφή χαρακτήρα. Η σχεδιαστική λύση μεταφράζει τις σχεδιαστικές αρχές του -πέτρινη βάση, ελαφριά ανωδομή, ανοιχτότητα, συγκεκριμένη οριοθέτηση και άμεση σχέση με τη γη- σε ένα μικρό τόπο φροντίδας, όπου η φύση δεν περιβάλλει απλώς τον χώρο ως σκηνικό, αλλά γίνεται το ίδιο το ενεργό μέσο της φροντίδας.

 

Λέξεις-κλειδιά: Αυτοάνοσο · φροντίδα · επαναρρύθμιση · Φύση · Πήλιο

Επιβλέποντες: Ψυχούλης Αλέξανδρος, Micocci Fabiano

Αριθμός Αναφοράς: 1233

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στην απλωμένη μπουγάδα, η οποία αναλύεται ως ένας πρωταρχικός μη λεκτικός κώδικας επικοινωνίας και ένα δυναμικό εργαλείο κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Η μπουγάδα δεν αποτελεί απλώς μια χρηστική διαδικασία στεγνώματος, αλλά μια δημόσια εξομολόγηση που αποκαλύπτει στοιχεία για την ταυτότητα, την ηλικία, την οικονομική τάξη και την οικογενειακή κατάσταση του ατόμου, λειτουργώντας ως μια προέκταση της προσωπικότητας στον χώρο. Παρά τη σημασία της, η σύγχρονη αστική αντίληψη και ο μοντερνισμός άρχισαν να την εκλαμβάνουν ως «αισθητική ρύπανση», οδηγώντας σε απαγορεύσεις που επιβάλλουν μια αποστειρωμένη εικόνα του δημόσιου χώρου και εξαφανίζουν τα ίχνη της καθημερινής επιβίωσης των λαϊκών τάξεων. Η τάση αυτή, που εκφράζεται θεσμικά μέσω της αστυνομικής διάταξης του 1996 αλλά και της αυστηρής απαγόρευσης στο σύγχρονο project «The Ellinikon», απειλεί να μετατρέψει την πόλη στη «Γενική Πόλη» (Generic City) του Rem Koolhaas. Πρόκειται για έναν τόπο χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπου η ομοιογένεια εξαφανίζει την ανθρώπινη παρουσία και τη μνήμη, μετατρέποντας τον αστικό χώρο σε ένα «διαφανές λογότυπο» χωρίς βάθος.

 Στο σενάριο που εξετάζει η εργασία, η παρατεταμένη λειψυδρία στην Αττική και η πίεση από μεγάλα κατασκευαστικά έργα ,όπως το Ελληνικό, που απαιτεί εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού ετησίως, μεταβάλλουν το νερό σε πόρο υψηλού κόστους, προκαλώντας βίαιες κοινωνικές αναδιαρθρώσεις. Η συνθήκη αυτή οδηγεί σε ακραία πύκνωση της κατοίκησης, όπου διαμερίσματα όπως το Ε.10.1 του Ellinikon αναγκάζονται να φιλοξενήσουν έως και 13 άτομα, ανατρέποντας πλήρως τα δεδομένα του αρχικού αρχιτεκτονικού προγραμματισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, το σαλόνι χάνει την ταυτότητά του ως χώρος ξεκούρασης, καθώς απορροφά ταυτόχρονα τις ανάγκες για ύπνο και στέγνωμα των ρούχων, μετατρεπόμενο σε έναν καθαρά βιοτικό χώρο.

 Ως απάντηση, η αρχιτεκτονική πρόταση αντιμετωπίζει την απλώστρα ως χώρο και όχι απλώς ως οικιακό σκεύος, δημιουργώντας ένα σύστημα συναρμολόγησης μεταλλικών στοιχείων που επιτρέπει στον χρήστη να διαμορφώσει το πλαίσιο του προσωπικού του χώρου. Το σύστημα αυτό συγκροτείται από πέντε κυλινδρικές τυπολογίες μεταλλικών ράβδων (Α1, Α2, Β, Γ1, Γ2), οι οποίες διαθέτουν διατρήσεις που επιτελούν διπλό ρόλο: λειτουργούν είτε για την ανάπτυξη της δομής καθ' ύψος, είτε ως δίοδοι από τις οποίες περνά το σχοινί απλώματος των ρούχων. Μέσω πέντε διαφορετικών τύπων συναρμολόγησης για μονά και διπλά κρεβάτια, η δράση του απλώματος προσφέρει την αίσθηση του ιδιωτικού χώρου υπνοδωματίου, καθώς τα αναρτημένα υφάσματα παρεμποδίζουν την ορατότητα, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπουν τη συνεχή ροή του φωτός και του αέρα εντός των κατασκευών.

Λέξεις κλειδιά: πρόσοψη, ταυτότητα, ρούχα, υφάσματα, λειψυδρία

Επιβλέποντες: Κοτιώνης Ζήσης, Σωτηρίου Iωάννα

Αριθμός Αναφοράς: 1196

 

 Το θέμα της διπλωματικής εργασίας επικεντρώνεται στην επανάχρηση του κτηριακού συγκροτήματος της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής Λάρισας και στην ανάπλαση των υπαίθριων χώρων της, με στόχο τη μετατροπή της σε Σχολή Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών.

 Η Αβερώφειος Γεωργική Σχολή, η οποία στο παρελθόν αναδείχθηκε ως μία από τις σημαντικότερες σχολές που δραστηριοποιούνταν στον πρωτογενή τομέα, επαναπροσδιορίζει τον χαρακτήρα της. Η παρούσα διπλωματική εργασία παρουσιάζει το ιστορικό, γεωγραφικό και αρχιτεκτονικό υπόβαθρο της σχολής και προτείνει τον επανασχεδιασμό των χώρων της με σεβασμό στην ιστορική της ταυτότητα, λαμβάνοντας υπόψη ζητήματα εργονομίας, αισθητικής ποιότητας και εκσυγχρονισμού του πανεπιστημιακού περιβάλλοντος. Παράλληλα, αναλύονται τα αρχιτεκτονικά ρεύματα που επικρατούσαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο ίδρυσης και ανάπτυξης της σχολής, καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία αποτυπώνονται στα κτήρια του συγκροτήματος.

 Στο πλαίσιο της πρότασης, τα εξωτερικά κελύφη των υφιστάμενων κτηρίων διατηρούνται ως έχουν, ενώ οι παρεμβάσεις περιορίζονται κυρίως στην εσωτερική αναδιάρθρωση των χώρων. Στα υφιστάμενα κτήρια περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το κεντρικό κτήριο, το εστιατόριο, το κτήριο ζωοτεχνίας, το κτήριο γραμματείας, η βιβλιοθήκη, το τυροκομείο, το οινοποιείο, το οίκημα επιμελητών, το μελισσοκομείο, το παλαιό βουστάσιο και το παλαιό χοιροστάσιο. Επιπλέον, στο σύνολο εντάσσονται το νέο βουστάσιο και το νέο χοιροστάσιο, το μηχανουργείο, το ιπποστάσιο, η σιταποθήκη, το πλυντήριο και η αποθήκη καυσίμων.

 Λόγω των σύγχρονων πανεπιστημιακών απαιτήσεων, προβλέπεται η προσθήκη νέων κτηρίων, τα οποία εντάσσονται αρμονικά στο υφιστάμενο σύνολο. Τα νέα κτήρια περιλαμβάνουν κατάστημα αναλωσίμων και ειδών ζωγραφικής, νέο κλειστό αμφιθέατρο σε λειτουργική και χωρική ενοποίηση με την υφιστάμενη σιταποθήκη, καθώς και υπαίθριο υποσκαφές αμφιθέατρο.

 Τέλος, οι υπαίθριοι χώροι επανασχεδιάζονται βάσει σύγχρονων αρχιτεκτονικών προτύπων, επιδιώκοντας την ισορροπία μεταξύ χώρων πρασίνου και πλακοστρωμένων επιφανειών, με στόχο την ενίσχυση της λειτουργικότητας, της προσβασιμότητας και της συνολικής ποιότητας του δημόσιου χώρου της σχολής.

 

Λέξεις κλειδιά: λιτότητα, εργονομία, καλαισθησία, οργάνωση, εκσυγχρονισμός

Επιβλέπων: Καναρέλης Θεοκλής

Αριθμός Αναφοράς: 1220

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται την επανάχρηση ενός εγκαταλελειμμένου διατηρητέου κτηρίου στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης, διερευνώντας τις δυνατότητες αξιοποίησης του υφιστάμενου κτηριακού αποθέματος της πόλης ως απάντηση σε σύγχρονες κοινωνικές και στεγαστικές ανάγκες.

 Η Θεσσαλονίκη διαθέτει σημαντικό αριθμό ιστορικών και διατηρητέων κτηρίων, πολλά από τα οποία παραμένουν σήμερα κενά και αναξιοποίητα, ενώ πολλά από αυτά λόγω της αχρηστίας και της έλλειψης φροντίδας ρημάζουν και σταδιακά χάνονται. Την ίδια στιγμή, η πόλη αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους πανεπιστημιακούς πόλους της χώρας, προσελκύοντας κάθε χρόνο χιλιάδες φοιτητές που μετακινούνται για τις σπουδές τους και αναζητούν κατοικία. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα των δημόσιων φοιτητικών εστιών και η συνεχώς αυξανόμενη πίεση στην αγορά κατοικίας καθιστούν το ζήτημα της φοιτητικής στέγασης ένα ιδιαίτερα κρίσιμο κοινωνικό πρόβλημα.

 Στο πλαίσιο αυτό, η διπλωματική εργασία προτείνει την επανάχρηση ενός διατηρητέου κτηρίου που στο παρελθόν λειτουργούσε ως ιδιωτική κλινική, μετατρέποντάς το σε ένα σύγχρονο κτήριο φοιτητικής εστίας και συλλογικών δραστηριοτήτων. Η σχεδιαστική πρόταση φιλοδοξεί, να μην αντιμετωπίσει το κτήριο ως μία απομονωμένη δομή αποκλειστικά για τους διαμένοντες φοιτητές, αλλά ως έναν ζωντανό πυρήνα κοινωνικής αλληλεπίδρασης που εντάσσεται ενεργά στον αστικό ιστό και στη ζωή της γειτονιάς.

 Η επιλογή του συγκεκριμένου κτηρίου δεν είναι τυχαία. Η προνομιακή του θέση στο κέντρο της πόλης και η μικρή απόσταση από τα πανεπιστημιακά ιδρύματα -μόλις δεκαπέντε λεπτά μακριά περπατώντας- το καθιστούν ιδανικό σημείο για την ανάπτυξη ενός υβριδικού μοντέλου κατοίκησης και δημόσιας ζωής. Μέσα από την πρόταση αυτή γίνεται προσπάθεια να αναδειχθεί, η σημασία της επανάχρησης του υφιστάμενου κτηριακού αποθέματος ως εργαλείου αστικής ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, επιδιώκοντας να αναδείξει ένα τρόπο διάσωσης των εγκαταλελειμμένων διατηρητέων κτηρίων της πόλης, μέσα από ένα μοντέλο που συνδυάζει τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης με την κάλυψη σύγχρονων κοινωνικών αναγκών και την ενεργοποίηση του αστικού περιβάλλοντος.

 

Λέξεις Κλειδιά: Οικιστικό Απόθεμα, Φοιτητική Στέγη, Συλλογικότητα, Συμπερίληψη, Αρχιτεκτονική Κληρονομιά. 

Επιβλέπουσα: Κοσμά Ανθή

Αριθμός Αναφοράς: 1255

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη δυνατότητα παρεμβάσεων στο κτίριο της Δημοτικής Αγοράς Επανομής, η οποία σήμερα στεγάζει κυρίως ψαράδικα και συναφείς εμπορικές χρήσεις. Η εργασία στοχεύει στη συνολική αναβάθμιση του κτιρίου, τόσο σε λειτουργικό όσο και σε χωρικό επίπεδο με την εφαρμογή λεπτών κελυφών. Κεντρικός στόχος αποτελεί η μείωση των οσμών, η βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και η δημιουργία ενός θελκτικού δημόσιου χώρου που θα επαναπροσεγγίσει τις παραδοσιακές συνήθειες και αξίες του χωριού, ενισχύοντας παράλληλα την κοινωνικοποίηση των κατοίκων. Σημαντικό στοιχείο της σύνθεσης αποτελεί η διαχείριση του νερού, η οποία εντάσσεται ως αναπόσπαστο στοιχείο της αρχιτεκτονικής πρότασης, συνδέοντας την θάλασσα και το ρέμα που περνάει κάτω από το κτίριο, εννοιολογικά και λειτουργικά με την νέα Ψαραγορά. Ο σχεδιασμός βασίζεται στην έννοια του λεπτού κελύφους ως ένα ανεξάρτητο αλλά οργανικά συνδεδεμένο στοιχείο με τον φέροντα οργανισμό του κτιρίου. Μέσα από την πειραματική έρευνα σε υλικά, μορφολογίες και τεχνικές συναρμογής, διαμορφώνονται δυναμικές κατασκευές που εξασφαλίζουν την αρμονική ένταξη στο περιβάλλον αναβαθμίζοντας την ποιότητα ζωής των χρηστών. Πέρα από τη λειτουργικότητα, ο χώρος της Δημοτικής Αγοράς αποκτά έναν νέο ατμοσφαιρικό και αισθητηριακό χαρακτήρα, όπου το λεπτό κέλυφος ενεργοποιεί οπτικές και απτικές εμπειρίες, μεταμορφώνοντας την καθημερινότητα του επισκέπτη–παρατηρητή.

Λέξεις κλειδιά: Αποκατάσταση, Ατμόσφαιρα, Επανάχρηση, Λεπτό Κέλυφος, Νερό.

Επιβλέπουσα: Βυζοβίτη Σοφία

Αριθμός Αναφοράς: 1245

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά την έννοια της μεταβλητότητας ως τη δυνατότητα προσαρμογής και συνύπαρξης με τις αλλαγές του περιβάλλοντος, αντί της αντίστασης προς αυτές. Με αφετηρία την παρατήρηση καποιων φυσικών φαινομένων και κυρίως της διακύμανσης της στάθμης του νερού, η μελέτη αναζητά μια εκδοχή της αρχιτεκτονικής που αγκαλιάζει τη μεταβολή και μεταμορφώνεται μαζί της.

 Ως περιοχή μελέτης επιλέχθηκε η τεχνητή λίμνη Πολυφύτου στον νομό Κοζάνης, ένας υγρότοπος με έντονη βιοποικιλότητα και σημαντική αλιευτική δραστηριότητα. Οι διακυμάνσεις της στάθμης της λίμνης φτάνουν τα 15 μέτρα ετησίως, δημιουργώντας εντυπωσιακές οπτικές και περιβαλλοντικές μεταβολές.

 Παρά τον πλούτο της σε ψάρια γλυκού νερού και την τουριστική της δυναμική, η περιοχή στερείται οργανωμένων υποδομών εμπορίας αλιευμάτων. Για τον λόγο αυτό, η πρόταση αφορά τη δημιουργία ιχθυόσκαλας στον πλωτό λιμένα Σερβίων. Το κτίριο τοποθετείται ακριβώς πάνω από την ανώτατη στάθμη λειτουργίας της λίμνης (291 μ.) και σχεδιάζεται ώστε να προσαρμόζεται δυναμικά στις μεταβολές του νερού μέσω της προσθήκης ράμπας και πλωτής πλατφόρμας. Το λειτουργικό πρόγραμμα είναι μεταβλητό και εξελίσσεται σε τρεις φάσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας: αγορά και δημοπρασία αλιευμάτων τις πρώτες πρινές ώρες, οι οποίες ακολουθούνται από καθαριότητα και επεξεργασία, και λειτουργία ως ανοιχτή αγορά τοπικών προϊόντων, γαστρονομικός χώρος και τόπος κοινωνικών εκδηλώσεων κατάτη διάρκεια του απογεύματος ως και το βράδυ. Μέσω αυτής της πολυλειτουργικότητας εξασφαλίζεται η συνεχής χρήση του χώρου.

 Κατασκευαστικά, η πρόταση χρησιμοποιεί συρματοδέματα (gabion bricks) για την δημιουργία τοίχων αντιστήριξης και αναβαθμών για τη συγκράτηση εδάφους. Μία μεταλλική υπερυψωμένη κατασκευή απελευθερώνει τον κύριο χώρο από τους περιορισμούς του απαιτούμενου εξοπλισμού και δίνει έμφαση στο λειτουργικό πρόγραμμα, ενώ η χρήση φυσικών και τοπικών υλικών βοηθά το κτίριο να εναρμονιστεί με το τοπίο.

 Η παρούσα εργασία προτείνει μια αρχιτεκτονική που δεν επιβάλλεται στο περιβάλλον, αλλά μετατρέπει τη μεταβλητότητα σε πλεονέκτημα και δημιουργεί ένα νέο κέντρο οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής για την ευρύτερη περιοχή της λίμνης Πολυφύτου.

Λέξεις Κλειδιά: μεταβλητότητα, στάθμη, προσαρμογή, λίμνη, αλιεία, ιχθυόσκαλα

Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν

Αριθμός Αναφοράς: 1244