
Αφετηρία της παρούσας διπλωματικής εργασίας αποτέλεσε η διερεύνηση των επιπτώσεων που προκάλεσε η κακοκαιρία “Daniel” στο ανατολικό Πήλιο. Μέσα από την εξερεύνηση της περιοχής και την παρατήρηση των αλλαγών που υπέστη το τοπίο, προέκυψε το ερώτημα για το πώς μπορεί να σχεδιαστεί μία πρόταση που να αναδεικνύει τη νέα μορφολογία του τοπίου χωρίς να προσπαθεί να την αποκρύψει.
Η έρευνα ξεκίνησε με επισκέψεις και καταγραφές στην περιοχή του ανατολικού Πηλίου, εστιάζοντας ιδιαίτερα στο ρέμα Καλοκαιρινού και τη γέφυρα του επαρχιακού δρόμου Ζαγοράς – Πουρίου η οποία το διασχίζει και είχε υποστεί σοβαρές ζημιές από τις πλημύρες. Παράλληλα μελετήθηκαν η χλωρίδα, η πανίδα, οι αγροτικές δραστηριότητες, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους αλληλοεπιδρούν οι κάτοικοι και οι επισκέπτες με το τοπίο του Πηλίου κατά τη διάρκεια του χρόνου.
Μέσω αυτής της διαδικασίας διαμορφώθηκε η πρόταση μιας κατοικήσιμης γέφυρας, που πέρα από ένα απλό στοιχείο διέλευσης θα αποτελεί και έναν πολυλειτουργικό τόπο παραμονής, παρατήρησης και κατοίκησης. Η γέφυρα αυτή συνδέεται με τα περιπατητικά μονοπάτια της περιοχής, ενσωματώνεται στο φυσικό τοπίο χάρη στο φυτεμένο δώμα της και φιλοξενεί διαφορετικές μορφές διαμονής, σημεία θέασης και λειτουργίες που εξυπηρετούν τόσο τους επισκέπτες όσο και τους μόνιμους κατοίκους.
Βασική επιδίωξη της πρότασης είναι η δημιουργία ενός μέρους όπου ο άνθρωπος δεν απομονώνεται από το φυσικό περιβάλλον, αλλά καλείται να το βιώσει, να το κατανοήσει και να συνυπάρξει μαζί του. Έτσι η γέφυρα λειτουργεί ως μέσο σύνδεσης μεταξύ τοπίου, κατοίκησης και συλλογικής εμπειρίας.
Λέξεις κλειδιά: Πήλιο, βιότοπος, κακοκαιρία “Daniel”, ανακατασκευή, κατοικήσιμη γέφυρα
Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν
Αριθμός Αναφοράς: 1248

Η παρούσα διπλωματική εργασία επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τις τυπολογίες στα κτίρια φιλοξενίας ζώων, προτείνοντας μια νέα οπτική στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό που αφορά τα ζώα συντροφιάς. Στόχος είναι η δημιουργία ενός πρότυπου καταφυγίου αδέσποτων σκύλων σε έναν ενεργό ελαιώνα στην περιοχή του Βόλου. Αφορμή για την επιλογή του συγκεκριμένου θέματος αποτέλεσε η βιωματική εμπειρία της υιοθεσίας ενός σκύλου από το δημοτικό κυνοκομείο του Βόλου, η οποία οδήγησε σε επιτόπια παρατήρηση και έναυσμα για έρευνα και μελέτη στα καταφύγια της Ελλάδας. Μέσα από αυτή την διαδικασία, διαπιστώθηκε ένα σημαντικό αρχιτεκτονικό κενό: ενώ ο άνθρωπος διαθέτει σαφή πρότυπα κατοίκησης για τον ίδιο, απουσιάζει η αντίστοιχη αρχιτεκτονική μέριμνα για τα ζώα συντροφιάς[1].
Τα υφιστάμενα καταφύγια, αν και κατ' όνομα προορίζονται για τα ζώα, είναι σχεδιασμένα με ανθρωποκεντρικά κριτήρια. Προτεραιότητα δίνεται στη γρήγορη εξυπηρέτηση, την ταχύτητα καθαρισμού και τη ευκολία των φροντιστών. Το αποτέλεσμα είναι χώροι που λειτουργούν ως «αποθήκες ψυχών», με λεία δάπεδα σκυροδέματος, ανεπαρκή θέρμανση και πολύ μικρά κλουβιά παρατεταμένα σε γραμμική διάταξη. Οι συνθήκες αυτές, προκαλούν στρες και ιδρυματοποίηση, περιορίζοντας την «ευζωία» στην απλή βιολογική επιβίωση.
Η παρούσα πρόταση επιχειρεί την ανατροπή αυτού του συμβατικού μοντέλου, προτείνοντας μια νέα τυπολογία που εστιάζει αποκλειστικά στην ευζωία του σκύλου μέσω του ζωοκεντρικού σχεδιασμού. Η μελέτη προσεγγίζει τον χώρο βασισμένη στις αισθήσεις και τις ανάγκες του σκύλου, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αποσυμπίεσης (stress-free) και εμπλουτισμού (enrichment). Στόχος είναι να δοθεί στο ζώο ο χώρος να εκφράσει τη φυσική του συμπεριφορά, να εξερευνήσει, να παίξει και ουσιαστικά, να ασκήσει το δικαίωμά του «να είναι σκύλος».
Ως πεδίο εφαρμογής επιλέχθηκε ένας ενεργός ελαιώνας στον Βόλο, όπου η αρχιτεκτονική ακολουθεί ήπιους ρυθμούς, παρατηρώντας τη φύση πριν παρέμβει. Οι κατοικίες των σκύλων και οι διαδρομές στον ελαιώνα αναπτύσσονται οργανικά, αποφεύγοντας τις αυστηρές χαράξεις. Ως δομική μονάδα επιλέγεται η τυπολογία των A-frames για όλες τις κατασκευές, αντλώντας έμπνευση από την αρχετυπική μορφή της σκυλίσιας κατοικίας, από την στέγη, δηλαδή, του κλασικού μικρού σπιτόσκυλου αυλής. Αυτές οι μορφές, κατασκευασμένες σε μεγάλο ποσοστό από υλικά επανάχρησης, «φωλιάζουν», ανάμεσα στα δέντρα. Είναι, τοποθετημένες με σημειακή θεμελίωση, ελαφρώς υπερυψωμένες από το έδαφος, σεβόμενες απόλυτα τον φυσικό κάνναβο και το ριζικό σύστημα των ελαιόδεντρων.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο, ο ρόλος του ανθρώπου μεταμορφώνεται ριζικά. Η αρχιτεκτονική παύει να εξυπηρετεί τη διαχείριση του εγκλεισμού και γίνεται εργαλείο συνύπαρξης. Το κεντρικό κτίριο δεν αποτελεί απλώς ένα διοικητικό κέλυφος, αλλά την «καρδιά» μιας κοινότητας ανθρώπων που αγαπούν τα ζώα, έναν πόλο έλξης γεμάτο δράσεις που καλλιεργούν την παιδεία και ενθαρρύνουν τον εθελοντισμό. Παράλληλα, η πρωτοπορία του εγχειρήματος εμφανίζεται στον συνδυασμό της εξωστρέφειας του κτιρίου και των προγραμμάτων με τα αυστηρά πρότυπα λειτουργίας, όπου το εξειδικευμένο προσωπικό και ο σχεδιασμός των χώρων, διασφαλίζουν πως δεν λείπει τίποτα από την καθημερινή φροντίδα και ασφάλεια των ζώων. Έτσι, το καταφύγιο από τόπος θλίψης και απομόνωσης, μετεξελίσσεται σε έναν πρωτοποριακό, επισκέψιμο προορισμό ζωής, χαράς και ουσιαστικής προσφοράς.
Λέξεις κλειδιά: Καταφύγιο αδέσποτων ζώων, Συνύπαρξη, Αρχιτεκτονική για τα ζώα, Ελαιώνας, Εθελοντισμός
[1] Η θεωρητική έρευνα υπάρχει στο ερευνητικό τεύχος των συγγραφέων: Η πρόκληση των αδέσποτων ζώων: Καταφύγια, φιλοζωικές πρωτοβουλίες και βιώσιμες λύσεις.
Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν
Αριθμός Αναφοράς: 1206

Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την αποκατάσταση και επανενεργοποίηση μιας ημιαγροτικής περιοχής βόρεια της λίμνης Μαραθώνα, η οποία επλήγη από πυρκαγιά το 2024, με έμφαση στον αγροτικό χαρακτήρα της και στις δυνατότητες επαναφοράς της παραγωγικής της λειτουργίας. Η μελέτη εστιάζει στη δημιουργία ενός Κέντρου Μάθησης Αγροτικών Δραστηριοτήτων, το οποίο προτείνεται ως εργαλείο εκπαίδευσης, πρακτικής εφαρμογής και συνεργασίας, με στόχο την ενίσχυση της μεταπυρικής ανάπλασης μέσα από την ενεργή συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας.
Η περιοχή μελέτης χαρακτηρίζεται από ήπιο ανάγλυφο, παρουσία ρεμάτων και χειμάρρων που καταλήγουν στη λίμνη Μαραθώνα, καθώς και από ένα πλούσιο αγροτικό παρελθόν που συνδέεται κυρίως με την καλλιέργεια ελιάς και αμπελιού. Παρότι οι αγροτικές δραστηριότητες συνεχίζουν να υφίστανται, σήμερα λειτουργούν κυρίως συμπληρωματικά, ενώ η πυρκαγιά επέφερε σημαντικές επιπτώσεις στο τοπίο, στις καλλιέργειες και στις κοινωνικές χρήσεις του χώρου.
Το Κέντρο χωροθετείται στη βορειοδυτική ζώνη της περιοχής μελέτης, σε οικόπεδο που ανήκει σε μονάδα ορνιθοτροφίας και περιλαμβάνει υφιστάμενα κτίρια αγροτικής χρήσης. Η πρόταση βασίζεται στην επανάχρηση ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου από τσιμεντόλιθους, εντάσσοντάς το στο αγροτικό τοπίο και αξιοποιώντας το υπάρχον κτιριακό απόθεμα. Το κτίριο οργανώνεται ως χώρος εκπαίδευσης, συνάντησης και πρακτικής άσκησης, εξυπηρετώντας επαγγελματίες και ερασιτέχνες αγρότες, μαθητές, εθελοντές και τοπικούς φορείς.
Μέσα από την εκπαίδευση και τη βιωματική μάθηση, η εργασία προτείνει ένα μοντέλο αγροτικής ανάπλασης που βασίζεται στη γνώση, τη συνεργασία και τη μακροπρόθεσμη ενεργοποίηση του τόπου, συμβάλλοντας στη βιώσιμη επαναφορά της παραγωγικής και κοινωνικής του ταυτότητας.
Λέξεις κλειδιά: Επανάχρηση, Αγροτικό τοπίο, Αποκατάσταση, Εκπαίδευση, Κοινοτητα
Επιβλέπων: Micocci Fabiano
Αριθμός Αναφοράς: 1216

Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται την ανάπλαση του πρώην κάμπινγκ της Αγίας Τριάδας Θεσσαλονίκης (1960), ενός ιστορικά φορτισμένου παράκτιου χώρου καθώς αποτελούσε το σημαντικότερο παραθεριστικό θέρετρο της περιοχής. Το κάμπινγκ μέχρι πρόσφατα βρισκόταν στην ιδιοκτησία του ΤΑΙΠΕΔ, σε κατάσταση υποβάθμισης και αποσπασματικής χρήσης. Με αφετηρία τη συλλογική μνήμη του αναψυκτήριου Άκτιον, σημείο αναφοράς για το κάμπινγκ και τους κατοίκους της περιοχής, και της οργανωμένης πλαζ, η πρόταση επαναπροσδιορίζει το παραλιακό μέτωπο ως δημόσιο, ανοιχτό και ενεργό τοπίο. Κεντρικός άξονας της σύνθεσης αποτελεί το δίπολο η συνύφανση αθλητισμού –τοπίου, με πυρήνα μια πλωτή ξύλινη εξέδρα θαλάσσιων αθλημάτων και ένα δίκτυο ήπιων διαδρομών που συνδέει αθλητικές, εκπαιδευτικές και συλλογικές λειτουργίες δραστηριότητες. Η πρόταση βασίζεται σε αναστρέψιμες κατασκευές, βιώσιμα υλικά και επανάχρηση υφιστάμενων δομών, επιδιώκοντας την αποκατάσταση της σχέσης στεριάς –θάλασσας και του ενδιαιτήματος. Βασικός στόχος είναι η επανεργοποίηση του χώρου ως κοινωνικού και περιβαλλοντικού πυρήνα, επαναφέροντας την Αγία Τριάδα στον χάρτη των ζωντανών παραλιακών τόπων.
Λέξεις κλειδιά: δημόσια επανοικειοποίηση - αθλητισμός και τοπίο - συλλογική μνήμη -τοπική κοινότητα- παραλιακή ανάπλαση
Επιβλέποντες: Κοσμά Ανθή, Λυκουριώτη Ίρις
Αριθμός Αναφοράς: 1223

Η παρούσα διπλωματική εργασία ασχολείται με το σχεδιασμό της «αλάνας», μιας παραθαλάσσιας έκτασης στη Νέα Ηρακλείτσα Καβάλας και στοχεύει στην ανάδειξη της ταυτότητας της περιοχής λαμβάνοντας υπόψη της ανάγκες του μόνιμου και του εποχικού πληθυσμού.
Πώς μπορεί ένας αδόμητο οικόπεδο να μετατραπεί σε έναν πυρήνα δραστηριοτήτων που να απευθύνεται ταυτόχρονα στους κατοίκους και τους επισκέπτες; Πώς μπορεί να ανταποκριθεί στις έντονες εποχικές μεταβολές που χαρακτηρίζουν τους τουριστικούς οικισμούς, οι οποίοι κατά τους θερινούς μήνες παρουσιάζουν σημαντική πληθυσμιακή αύξηση, ενώ τον χειμώνα υπολειτουργούν; Τα ερωτήματα αυτά απασχολούν πολλές παράκτιες περιοχές της Ελλάδας, των οποίων η ανάπτυξη βασίζεται στον τουρισμό και στα ιδιαίτερα φυσικά τους τοπία.
Η παρούσα πρόταση επιχειρεί να προσεγγίσει το ζήτημα μέσω του σχεδιασμού ενός πολυλειτουργικού δημοσίου χώρου που συνδυάζει την τοπική αγορά και καλλιέργεια, την εστίαση, τις υπαίθριες δραστηριότητες και την άθληση. Παράλληλα, μέσω του χαμηλού ποσοστού δόμησης, διατηρείται ο ανοιχτός χαρακτήρας της «αλάνας», όπως είναι γνωστή από τους κατοίκους, ενώ παράλληλα προβλέπεται η δυνατότητα μελλοντικής ανάπτυξης πρόσθετων δομών, εφόσον αυτές προκύψουν από τις ανάγκες της κοινότητας.
Μέσα από την ενίσχυση της σχέσης μεταξύ κατοίκων, επισκεπτών και φυσικού περιβάλλοντος, το έργο επιδιώκει να συμβάλει στη βιώσιμη ανάπτυξη της Νέας Ηρακλείτσας και στην ενεργοποίηση της περιοχής καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Λέξεις κλειδιά: Αρχιτεκτονική τοπίου, Εποχικότητα, Δημόσιες χρήσεις, Ημιυπαίθριες δομές, Τοπική ταυτότητα
Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν
Αριθμός Αναφοράς: 1242

Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά την επανάχρηση των Καπναποθηκών Αδαμόπουλου στον Βόλο και επιδιώκει τη μετατροπή τους σε συγκρότημα φοιτητικής κατοίκησης. Το θέμα προσεγγίζει την ανάγκη αξιοποίησης των ανενεργών βιομηχανικών κελυφών και ταυτόχρονα την έλλειψη φοιτητικών εστιών στην πόλη. Η πρόταση βασίζεται στη διατήρηση της βιομηχανικής ταυτότητας του συγκροτήματος και στην ένταξη νέων αρχιτεκτονικών στοιχείων που υποστηρίζουν τη σύγχρονη κατοίκηση. Το συγκρότημα κτιρίων οργανώνεται ως μία ενιαία φοιτητική υποδομή με τα κτίρια να φιλοξενούν χώρους κατοίκησης αλλά και συλλογικές και υποστηρικτικές χρήσεις. Βασική στρατηγική της επέμβασης αποτελεί η σχέση ανάμεσα στη διατήρηση, τη διάνοιξη και την προσθήκη. Οι αλλαγές δεν επιχειρούν να μιμηθούν την παλιά ταυτότητα του κελύφους αλλά να το αναβιώσουν. Στόχος της εργασίας είναι η δημιουργία ενός μοντέλου φοιτητικής κατοίκησης που δεν περιορίζεται στο δωμάτιο, αλλά αναπτύσσεται μέσα από κοινόχρηστους χώρους, διαδρομές, αυλές και ταράτσες. Η επανάχρηση των Καπναποθηκών Αδαμόπουλου προτείνεται έτσι ως μια πράξη συνέχειας ανάμεσα στη βιομηχανική ιστορία του Βόλου και στις σημερινές ανάγκες της φοιτητικής ζωής.
Λέξεις κλειδιά: Επανάχρηση, βιομηχανικό κέλυφος, φοιτητική κατοίκηση, βιομηχανική κληρονομιά, αρχιτεκτονική προσθήκη
Επιβλέπουσα: Τροβά Βάσω
Αριθμός Αναφοράς: 1239

Ο σχεδιασμός ενός μουσείου μουσικής στην Κέρκυρα ως μεταφορά ηχητικών κυμάτων
Η αρχιτεκτονική κληρονομιά των ιστορικών πόλεων αποτελεί σημαντικό φορέα μνήμης, ταυτότητας και πολιτισμού, ενώ η επανάχρηση υφιστάμενων κτιρίων συνιστά σήμερα μια ουσιαστική στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης και διατήρησης της ιστορικής συνέχειας του αστικού τοπίου. Στο πλαίσιο αυτό, η Κέρκυρα, με την πολυεπίπεδη ιστορία της και την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία που διαμορφώθηκε από διαδοχικές περιόδους κυριαρχίας, προσφέρει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο μελέτης. Παράλληλα, η έντονη μουσική παράδοση του νησιού, με τις φιλαρμονικές, τις χορωδίες και τη διαχρονική παρουσία της μουσικής στη δημόσια ζωή, αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτιστικής του ταυτότητας.
Αντικείμενο της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η αποκατάσταση ενός κτιρίου της περιόδου του Μεσοπολέμου στην πόλη της Κέρκυρας και η μετατροπή του σε Μουσείο Μουσικής, με ταυτόχρονη προσθήκη μιας νέας αίθουσας μουσικών εκτελέσεων. Η πρόταση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατήρηση του ιστορικού χαρακτήρα του υφιστάμενου κελύφους και στη δημιουργία μιας σύγχρονης αρχιτεκτονικής παρέμβασης, ικανής να ανταποκριθεί στις λειτουργικές και ακουστικές απαιτήσεις ενός χώρου μουσικής έκφρασης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύνδεση αρχιτεκτονικής και μουσικής, τόσο σε επίπεδο συμβολισμού και μορφολογίας όσο και σε επίπεδο ακουστικής εμπειρίας.
Στόχος της εργασίας είναι η ανάδειξη της δυναμικής που έχει η επανάχρηση ιστορικών κτιρίων ως φορέων πολιτισμού, καθώς και η διερεύνηση τρόπων με τους οποίους η σύγχρονη αρχιτεκτονική μπορεί να συνυπάρξει δημιουργικά με το ιστορικό περιβάλλον, προσφέροντας νέους χώρους πολιτιστικής έκφρασης και κοινωνικής δραστηριότητας.
Επιβλέπων: Μανωλίδης Κωνσταντίνος
Αριθμός Αναφοράς: 1203

Η παρούσα διπλωματική εργασία αφορά τον επανασχεδιασμό της ενδιάμεσου δημόσιου χώρου στον παραδοσιακό οικισμό των Σπετσών, ο οποίος χωροθετείται μεταξύ δύο ιστορικών αρχοντικών -του αρχοντικού Ανάργυρου Σωτηρίου και του αρχοντικού της Μπουμπουλίνας- καθώς και την επανάχρηση του αρχοντικού Ανάργυρου Σωτηρίου. Η περιοχή μελέτης βρίσκεται σε κομβικό σημείο του οικισμού, σε άμεση γειτνίαση με το λιμάνι του νησιού και πλησίον του εμπορικού κέντρου. Το νεοκλασικό αρχοντικό Ανάργυρου Σωτηρίου αποτελεί αξιόλογο δείγμα αρχιτεκτονικής του 20ου αιώνα και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορική, κοινωνική και πολιτιστική ταυτότητα των Σπετσών, ενώ σήμερα χαρακτηρίζεται ως διατηρητέο μνημείο. Βασικός στόχος της εργασίας είναι η ενεργοποίηση του διατηρητέου κελύφους μέσω της ανάδειξης της παραδοσιακής τέχνης, με τη δημιουργία της δυναμικού χώρου μάθησης, δημιουργίας και μετάδοσης γνώσης. Στο εσωτερικό του αρχοντικού χωροθετούνται εργαστήρια αργαλειού, κατασκευής βοτσαλωτών και ζωγραφικής, καθώς και εκθεσιακός χώρος και βιβλιοθήκη, λειτουργίες προσβάσιμες τόσο στην τοπική κοινότητα όσο και της επισκέπτες του νησιού. Παράλληλα, ο επανασχεδιασμός του ενδιάμεσου δημόσιου χώρου στοχεύει στην ενοποίηση των αυλών των δύο αρχοντικών και στη διαμόρφωση της ενιαίου και λειτουργικά ενεργού χώρου πρασίνου, περιπάτου και κοινωνικής αλληλεπίδρασης, μέσω της ένταξης νέων χρήσεων. Η αυλή του αρχοντικού και ο περιβάλλον δημόσιος χώρος οργανώνονται σε διακριτά επίπεδα κίνησης, στάσης και παραμονής, αξιοποιώντας της υψομετρικές διαφορές του οικοπέδου. Επιπλέον, η πολιτιστική εμπειρία επεκτείνεται και στον υπαίθριο χώρο μέσω στεγασμένων εκθεσιακών σημείων για την προβολή των δημιουργιών των εργαστηρίων, ενώ η έντονη παρουσία πεύκων συμβάλλει στη διαμόρφωση συνθηκών φυσικής σκίασης και στην αρμονική ένταξη της παρέμβασης στο τοπίο του παραδοσιακού οικισμού.
Λέξεις κλειδιά: Διατηρητέο κτίριο, παραδοσιακός οικισμός, νεοκλασική αρχιτεκτονική, παραδοσιακή τέχνη, χώρος πρασίνου
Επιβλέπουσα: Τροβά Βάσω
Αριθμός Αναφοράς: 1215
