
Ο σχεδιασμός ενός μουσείου μουσικής στην Κέρκυρα ως μεταφορά ηχητικών κυμάτων
Η αρχιτεκτονική κληρονομιά των ιστορικών πόλεων αποτελεί σημαντικό φορέα μνήμης, ταυτότητας και πολιτισμού, ενώ η επανάχρηση υφιστάμενων κτιρίων συνιστά σήμερα μια ουσιαστική στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης και διατήρησης της ιστορικής συνέχειας του αστικού τοπίου. Στο πλαίσιο αυτό, η Κέρκυρα, με την πολυεπίπεδη ιστορία της και την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία που διαμορφώθηκε από διαδοχικές περιόδους κυριαρχίας, προσφέρει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο μελέτης. Παράλληλα, η έντονη μουσική παράδοση του νησιού, με τις φιλαρμονικές, τις χορωδίες και τη διαχρονική παρουσία της μουσικής στη δημόσια ζωή, αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτιστικής του ταυτότητας.
Αντικείμενο της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η αποκατάσταση ενός κτιρίου της περιόδου του Μεσοπολέμου στην πόλη της Κέρκυρας και η μετατροπή του σε Μουσείο Μουσικής, με ταυτόχρονη προσθήκη μιας νέας αίθουσας μουσικών εκτελέσεων. Η πρόταση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατήρηση του ιστορικού χαρακτήρα του υφιστάμενου κελύφους και στη δημιουργία μιας σύγχρονης αρχιτεκτονικής παρέμβασης, ικανής να ανταποκριθεί στις λειτουργικές και ακουστικές απαιτήσεις ενός χώρου μουσικής έκφρασης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύνδεση αρχιτεκτονικής και μουσικής, τόσο σε επίπεδο συμβολισμού και μορφολογίας όσο και σε επίπεδο ακουστικής εμπειρίας.
Στόχος της εργασίας είναι η ανάδειξη της δυναμικής που έχει η επανάχρηση ιστορικών κτιρίων ως φορέων πολιτισμού, καθώς και η διερεύνηση τρόπων με τους οποίους η σύγχρονη αρχιτεκτονική μπορεί να συνυπάρξει δημιουργικά με το ιστορικό περιβάλλον, προσφέροντας νέους χώρους πολιτιστικής έκφρασης και κοινωνικής δραστηριότητας.
Επιβλέπων: Μανωλίδης Κωνσταντίνος
Αριθμός Αναφοράς: 1203

Η παρούσα διπλωματική εργασία αφορά τον επανασχεδιασμό της ενδιάμεσου δημόσιου χώρου στον παραδοσιακό οικισμό των Σπετσών, ο οποίος χωροθετείται μεταξύ δύο ιστορικών αρχοντικών -του αρχοντικού Ανάργυρου Σωτηρίου και του αρχοντικού της Μπουμπουλίνας- καθώς και την επανάχρηση του αρχοντικού Ανάργυρου Σωτηρίου. Η περιοχή μελέτης βρίσκεται σε κομβικό σημείο του οικισμού, σε άμεση γειτνίαση με το λιμάνι του νησιού και πλησίον του εμπορικού κέντρου. Το νεοκλασικό αρχοντικό Ανάργυρου Σωτηρίου αποτελεί αξιόλογο δείγμα αρχιτεκτονικής του 20ου αιώνα και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορική, κοινωνική και πολιτιστική ταυτότητα των Σπετσών, ενώ σήμερα χαρακτηρίζεται ως διατηρητέο μνημείο. Βασικός στόχος της εργασίας είναι η ενεργοποίηση του διατηρητέου κελύφους μέσω της ανάδειξης της παραδοσιακής τέχνης, με τη δημιουργία της δυναμικού χώρου μάθησης, δημιουργίας και μετάδοσης γνώσης. Στο εσωτερικό του αρχοντικού χωροθετούνται εργαστήρια αργαλειού, κατασκευής βοτσαλωτών και ζωγραφικής, καθώς και εκθεσιακός χώρος και βιβλιοθήκη, λειτουργίες προσβάσιμες τόσο στην τοπική κοινότητα όσο και της επισκέπτες του νησιού. Παράλληλα, ο επανασχεδιασμός του ενδιάμεσου δημόσιου χώρου στοχεύει στην ενοποίηση των αυλών των δύο αρχοντικών και στη διαμόρφωση της ενιαίου και λειτουργικά ενεργού χώρου πρασίνου, περιπάτου και κοινωνικής αλληλεπίδρασης, μέσω της ένταξης νέων χρήσεων. Η αυλή του αρχοντικού και ο περιβάλλον δημόσιος χώρος οργανώνονται σε διακριτά επίπεδα κίνησης, στάσης και παραμονής, αξιοποιώντας της υψομετρικές διαφορές του οικοπέδου. Επιπλέον, η πολιτιστική εμπειρία επεκτείνεται και στον υπαίθριο χώρο μέσω στεγασμένων εκθεσιακών σημείων για την προβολή των δημιουργιών των εργαστηρίων, ενώ η έντονη παρουσία πεύκων συμβάλλει στη διαμόρφωση συνθηκών φυσικής σκίασης και στην αρμονική ένταξη της παρέμβασης στο τοπίο του παραδοσιακού οικισμού.
Λέξεις κλειδιά: Διατηρητέο κτίριο, παραδοσιακός οικισμός, νεοκλασική αρχιτεκτονική, παραδοσιακή τέχνη, χώρος πρασίνου
Επιβλέπουσα: Τροβά Βάσω
Αριθμός Αναφοράς: 1215

Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στο λιμενικό σύμπλεγμα της πόλης της Αίγινας, ένα από τα πλέον εκτεταμένα και εξαιρετικά διατηρημένα παραδείγματα πόλης-λιμένα στον ελλαδικό χώρο, με καταβυθισμένα και παράκτια κατάλοιπα που εκτείνονται από τα αρχαϊκά έως τα βυζαντινά χρόνια. Κεντρικό αντικείμενο αποτελεί ο οχυρωμένος πολεμικός λιμένας («κρυπτός λιμήν»), με διατηρημένους πύργους εισόδου και σημαντικά ίχνη ναυτικής υποδομής (νεώσοικοι), καθώς και το ευρύτερο προστατευτικό δίκτυο λιμενικών έργων που περιλαμβάνει λιμενοβραχίονες και σειρές ύφαλων κωνικών λιθοσωρών
Στο ερευνητικό σκέλος, αξιοποιείται η συστηματική τεκμηρίωση προηγούμενων μελετών και αυτοψιών (με έμφαση στη χαρτογραφική/αρχιτεκτονική αποτύπωση), ενώ ενσωματώνεται το διεπιστημονικό πλαίσιο της σύγχρονης ενάλιας έρευνας: επιφανειακή υποβρύχια διερεύνηση, τρισδιάστατη τοπογραφική αποτύπωση, φωτογραμμετρία, χρήση GIS, δοκιμαστικές ανασκαφικές τομές, καθώς και γεωαρχαιολογικές/γεωφυσικές μέθοδοι χαρτογράφησης του πυθμένα. Στο σχεδιαστικό σκέλος, η διπλωματική δεν επιδιώκει ανακατασκευή των καταλοίπων, αλλά προτείνει τρόπους ανάδειξης και βιωματικής πρόσβασης μέσω ήπιων, αναστρέψιμων και τοπιοκεντρικών παρεμβάσεων στην παράκτια περιοχή της Κολώνας. Διατυπώνονται εναλλακτικά σενάρια χωρικής οργάνωσης (από υψηλής έντασης μόνιμες λύσεις έως χαμηλής έντασης προσαρμοστικές), με τελικό προσανατολισμό σε ένα ευέλικτο σύστημα αρθρωτών πλωτών πλατφορμών και διαδρομών, το οποίο συμπληρώνεται από διακριτικές, ημι-θαμμένες υποδομές υποστήριξης για κοινό και ερευνητές/δύτες. Η πρόταση επιδιώκει να γεφυρώσει την αρχαιολογική τεκμηρίωση με τη σύγχρονη εμπειρία του παράκτιου τοπίου, ενισχύοντας την αναγνωσιμότητα του υποθαλάσσιου πολιτιστικού αποθέματος χωρίς μόνιμη αλλοίωση του χαρακτήρα του χώρου.
Λέξεις-κλειδιά: Ενάλια αρχαιολογία, Λιμενικό σύμπλεγμα Αίγινας, Καταδυτικό πάρκο, Διαδρομές ξηράς – θάλασσας, Πλωτές κατασκευές
Επιβλέπουσα: Τροβά Βάσω
Αριθμός Αναφοράς: 1208

Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στην απλωμένη μπουγάδα, η οποία αναλύεται ως ένας πρωταρχικός μη λεκτικός κώδικας επικοινωνίας και ένα δυναμικό εργαλείο κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Η μπουγάδα δεν αποτελεί απλώς μια χρηστική διαδικασία στεγνώματος, αλλά μια δημόσια εξομολόγηση που αποκαλύπτει στοιχεία για την ταυτότητα, την ηλικία, την οικονομική τάξη και την οικογενειακή κατάσταση του ατόμου, λειτουργώντας ως μια προέκταση της προσωπικότητας στον χώρο. Παρά τη σημασία της, η σύγχρονη αστική αντίληψη και ο μοντερνισμός άρχισαν να την εκλαμβάνουν ως «αισθητική ρύπανση», οδηγώντας σε απαγορεύσεις που επιβάλλουν μια αποστειρωμένη εικόνα του δημόσιου χώρου και εξαφανίζουν τα ίχνη της καθημερινής επιβίωσης των λαϊκών τάξεων. Η τάση αυτή, που εκφράζεται θεσμικά μέσω της αστυνομικής διάταξης του 1996 αλλά και της αυστηρής απαγόρευσης στο σύγχρονο project «The Ellinikon», απειλεί να μετατρέψει την πόλη στη «Γενική Πόλη» (Generic City) του Rem Koolhaas. Πρόκειται για έναν τόπο χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπου η ομοιογένεια εξαφανίζει την ανθρώπινη παρουσία και τη μνήμη, μετατρέποντας τον αστικό χώρο σε ένα «διαφανές λογότυπο» χωρίς βάθος.
Στο σενάριο που εξετάζει η εργασία, η παρατεταμένη λειψυδρία στην Αττική και η πίεση από μεγάλα κατασκευαστικά έργα ,όπως το Ελληνικό, που απαιτεί εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού ετησίως, μεταβάλλουν το νερό σε πόρο υψηλού κόστους, προκαλώντας βίαιες κοινωνικές αναδιαρθρώσεις. Η συνθήκη αυτή οδηγεί σε ακραία πύκνωση της κατοίκησης, όπου διαμερίσματα όπως το Ε.10.1 του Ellinikon αναγκάζονται να φιλοξενήσουν έως και 13 άτομα, ανατρέποντας πλήρως τα δεδομένα του αρχικού αρχιτεκτονικού προγραμματισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, το σαλόνι χάνει την ταυτότητά του ως χώρος ξεκούρασης, καθώς απορροφά ταυτόχρονα τις ανάγκες για ύπνο και στέγνωμα των ρούχων, μετατρεπόμενο σε έναν καθαρά βιοτικό χώρο.
Ως απάντηση, η αρχιτεκτονική πρόταση αντιμετωπίζει την απλώστρα ως χώρο και όχι απλώς ως οικιακό σκεύος, δημιουργώντας ένα σύστημα συναρμολόγησης μεταλλικών στοιχείων που επιτρέπει στον χρήστη να διαμορφώσει το πλαίσιο του προσωπικού του χώρου. Το σύστημα αυτό συγκροτείται από πέντε κυλινδρικές τυπολογίες μεταλλικών ράβδων (Α1, Α2, Β, Γ1, Γ2), οι οποίες διαθέτουν διατρήσεις που επιτελούν διπλό ρόλο: λειτουργούν είτε για την ανάπτυξη της δομής καθ' ύψος, είτε ως δίοδοι από τις οποίες περνά το σχοινί απλώματος των ρούχων. Μέσω πέντε διαφορετικών τύπων συναρμολόγησης για μονά και διπλά κρεβάτια, η δράση του απλώματος προσφέρει την αίσθηση του ιδιωτικού χώρου υπνοδωματίου, καθώς τα αναρτημένα υφάσματα παρεμποδίζουν την ορατότητα, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπουν τη συνεχή ροή του φωτός και του αέρα εντός των κατασκευών.
Λέξεις κλειδιά: πρόσοψη, ταυτότητα, ρούχα, υφάσματα, λειψυδρία
Επιβλέποντες: Κοτιώνης Ζήσης, Σωτηρίου Iωάννα
Αριθμός Αναφοράς: 1196

Το θέμα της διπλωματικής εργασίας επικεντρώνεται στην επανάχρηση του κτηριακού συγκροτήματος της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής Λάρισας και στην ανάπλαση των υπαίθριων χώρων της, με στόχο τη μετατροπή της σε Σχολή Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών.
Η Αβερώφειος Γεωργική Σχολή, η οποία στο παρελθόν αναδείχθηκε ως μία από τις σημαντικότερες σχολές που δραστηριοποιούνταν στον πρωτογενή τομέα, επαναπροσδιορίζει τον χαρακτήρα της. Η παρούσα διπλωματική εργασία παρουσιάζει το ιστορικό, γεωγραφικό και αρχιτεκτονικό υπόβαθρο της σχολής και προτείνει τον επανασχεδιασμό των χώρων της με σεβασμό στην ιστορική της ταυτότητα, λαμβάνοντας υπόψη ζητήματα εργονομίας, αισθητικής ποιότητας και εκσυγχρονισμού του πανεπιστημιακού περιβάλλοντος. Παράλληλα, αναλύονται τα αρχιτεκτονικά ρεύματα που επικρατούσαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο ίδρυσης και ανάπτυξης της σχολής, καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία αποτυπώνονται στα κτήρια του συγκροτήματος.
Στο πλαίσιο της πρότασης, τα εξωτερικά κελύφη των υφιστάμενων κτηρίων διατηρούνται ως έχουν, ενώ οι παρεμβάσεις περιορίζονται κυρίως στην εσωτερική αναδιάρθρωση των χώρων. Στα υφιστάμενα κτήρια περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το κεντρικό κτήριο, το εστιατόριο, το κτήριο ζωοτεχνίας, το κτήριο γραμματείας, η βιβλιοθήκη, το τυροκομείο, το οινοποιείο, το οίκημα επιμελητών, το μελισσοκομείο, το παλαιό βουστάσιο και το παλαιό χοιροστάσιο. Επιπλέον, στο σύνολο εντάσσονται το νέο βουστάσιο και το νέο χοιροστάσιο, το μηχανουργείο, το ιπποστάσιο, η σιταποθήκη, το πλυντήριο και η αποθήκη καυσίμων.
Λόγω των σύγχρονων πανεπιστημιακών απαιτήσεων, προβλέπεται η προσθήκη νέων κτηρίων, τα οποία εντάσσονται αρμονικά στο υφιστάμενο σύνολο. Τα νέα κτήρια περιλαμβάνουν κατάστημα αναλωσίμων και ειδών ζωγραφικής, νέο κλειστό αμφιθέατρο σε λειτουργική και χωρική ενοποίηση με την υφιστάμενη σιταποθήκη, καθώς και υπαίθριο υποσκαφές αμφιθέατρο.
Τέλος, οι υπαίθριοι χώροι επανασχεδιάζονται βάσει σύγχρονων αρχιτεκτονικών προτύπων, επιδιώκοντας την ισορροπία μεταξύ χώρων πρασίνου και πλακοστρωμένων επιφανειών, με στόχο την ενίσχυση της λειτουργικότητας, της προσβασιμότητας και της συνολικής ποιότητας του δημόσιου χώρου της σχολής.
Λέξεις κλειδιά: λιτότητα, εργονομία, καλαισθησία, οργάνωση, εκσυγχρονισμός
Επιβλέπων: Καναρέλης Θεοκλής
Αριθμός Αναφοράς: 1220

Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στη δημιουργία ενός αστεροσκοπείου – κέντρου ερευνών, στην περιοχή της Θεσσαλίας. Πιο συγκεκριμένα, το αστεροσκοπείο θα βρίσκεται στην κορυφή του Πηλίου στην περιοχή Αγριόλευκες, παραπλήσια του χιονοδρομικού κέντρου του Πηλίου. Το αστεροσκοπείο έχει το όνομα Cheiron Space Observatory. Εμπνευσμένο από τον Κένταυρο Χείρωνα, τον σοφό Κένταυρο του Πηλίου, το παρατηρητήριο ενώνει τη μυθολογία με την αιχμή της επιστημονικής παρατήρησης. Σκοπός του, να μεταδώσει τη γνώση των ουράνιων σωμάτων σε επιστήμονες, μαθητές και άτομα που τους ενδιαφέρει η επιστήμη της αστρονομίας και το άγνωστο που κρύβει στα βάθη του το σύμπαν.
Μετά από αναλυτική έρευνα και μελέτη, καταλήξαμε σχεδιαστικά στην κατασκευή ενός επιστημονικού πολυχώρου με κύριο πυλώνα του έργου, το αστεροσκοπείο. Ο επιστημονικός πολυχώρος αποτελείται από πολλά μέρη, συγκροτημένα σε ένα σύνθετο κτήριο.
Λέξεις κλειδιά: Συνάντηση-φαινόμενα-κορυφή-εξέλιξη-αναζήτηση
Επιβλέπων: Καναρέλης Θεοκλής
Αριθμός Αναφοράς: 1219

Η παρούσα διπλωματική εργασία αφορά την ανάπλαση του Κόμβου του Ευόσμου Θεσσαλονίκης και τον επανασχεδιασμό του με σκοπό της αύξηση επισκεψιμότητας από τους περίοικους, τον πολλαπλασιασμό του αστικού πρασίνου και τη δημιουργία πόλου έλξης για τα παιδιά – μαθητές των γειτονικών δημοτικών σχολείων στην πρώτη τους επαφή με τις αστικές καλλιέργειες.
Ο λόγος που επιλέχθηκε το παρόν τοπόσημο για ανάπλαση είναι ότι και εγώ είμαι κάτοικος Ευόσμου Θεσσαλονίκης και γνωρίζω εκ πρώτης τις ελλείψεις του αστικού σχεδιασμού όσον αφορά τους κοινόχρηστους δημόσιους χώρους, αλλά και σίγουρα η 3ετής ενασχόληση μου σε ερευνητικό επίπεδο αλλά και βιωματικό (επισκέψεις, συνεντεύξεις, επιτόπιες αυτοψίες και φωτογραφική κάλυψη κ.ο.κ) για την ολοκλήρωση της ερευνητικής μου εργασίας με τίτλο « Αστικές καλλιέργειες στη Θεσσαλονίκη -Περ.κα/Kipos 3» που παρουσιάστηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής της Πολυτεχνικής Σχολής τον Ιούλιο του 2024.
Σκοπός του σχεδιασμού είναι η ευαισθητοποίηση και η γνώση των κατοίκων των πόλεων απέναντι στις αστικές καλλιέργειες, τα οφέλη τα ψυχαγωγικά που προκύπτουν με την επαφή στη φύση που αυτές εισάγουν, αλλά και τα κοινωνικά και περιβαντολλογικά διδάγματα που μπορούν αυτές να εμφυσήσουν στους χρήστες με πρώτη πρωτεραιότητα τα παιδιά που σε αυτήν την ηλικία διαμορφώνουν την αστική τους ταυτότητα.
Ο σχεδιασμός περιλλαμβάνει διαδρομές βόλτας και στάσης ανάμεσα σε ήπια δομημένες αστικές καλλιέργειες στον Κόμβο του Ευόσμου, κήπους ειδικά διαμορφωμένους για παιδιά και για σχολικές επισκέψεις, στάσεις με παγκάκια, αναψυκτήριο με εσωτερικό και εξωτερικό χώρο με καθίσματα, στέγαστρο και επανασχεδιασμό των βαθμίδων από την νότια πλευρά για υπαίθριες μικρές εκδηλώσεις, όπως και επανασχεδιασμό των υφιστάμενων στάσεων λεωφορείου για την επίτευξη ομοιομορφίας των δομών και των τύπων του πολεοδομικού αυτού project. Διατηρήθηκαν τα υπάρχοντα δέντρα και φυτεύτηκαν και νέα, με σκοπό την ανάδειξη του αστικού πρασίνου σε συνδυασμό με τις αστικές καλλιέργειες στο εν λόγω χωρικό σημείο.
Η υλοποίηση αυτού του project που ακόμα παραμένει σε επίπεδο διπλωματικής εργασίας είναι η αύξηση της ποιότητας ζωής των περιοίκων με τα πολλαπλά κίνητρα που προσδίδει εντός αστικού ιστού η ύπαρξη αστικών καλλιεργειών.
ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑ
Αστικές καλλιέργειες, αστικοί κήποι, αστικό πράσινο, κόμβος Ευόσμου, Θεσσαλονίκη.
Επιβλέπουσα: Τροβά Βάσω
Αριθμός Αναφοράς: 1195

Η παρούσα διπλωματική διερευνά την ενεργοποίηση των αστικών κενών μέσα από διαδικασίες μετασχηματισμού υλικών υπολειμμάτων, προτείνοντας τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης ανθρώπου, φύσης και πόλης.
Μέσω μιας διαδικαστικής μεθοδολογίας διερευνάται η σχέση σώματος και ύλης μέσα από την οποία το κομπόστ αναδύεται ως μέσο και τρόπος εφαρμογής. Ακολουθεί μια πορεία από το οικείο προς το συλλογικό, από το ιδιωτικό προς το δημόσιο, από τη μικρή κλίμακα του δωματίου προς την κλίμακα της γειτονιάς και του αστικού κενού.
Στο πρώτο μέρος, το δωμάτιο ορίζεται ως ένα αρχικό πεδίο διερεύνησης, στο οποίο επιχειρείται η έναρξη ενός διαλόγου και η αναζήτηση μιας κοινής γλώσσας και εννοιολογικού πλαισίου. Πρόκειται για μια φάση προετοιμασίας, στην οποία παράγονται τα εργαλεία σκέψης και οι όροι με τους οποίους εργαζόμαστε στη συνέχεια.
Στο δεύτερο μέρος η διερεύνηση μεταφέρεται, από το εσωτερικό πεδίο του δωματίου, στο αστικό τοπίο της Αθήνας. Συγκεκριμένα σε ένα κενό οικόπεδο της Νεάπολης Εξαρχείων, στην διασταύρωση των οδών Λασκάρεως και Ιπποκράτους το οποίο προσεγγίζεται ως τρίτο τοπίο σύμφωνα με τη διατύπωση του Gilles Clement, δηλαδή ως ένας υπολειμματικός χώρος. Η ανάλυση των υφιστάμενων υλικών, του οικοσυστήματος, των χρονικών στρωμάτων του χώρου και των υπολειμμάτων της γειτονιάς οδηγεί στην επιλογή του κομπόστ ως διαδικασία ενεργοποίησης του εδάφους.
Λειτουργώντας ως μηχανή τόσο κυριολεκτικά όσο και εννοιολογικά, συνδέει το κενό οικόπεδο με τη γειτονιά, επιχειρείται ο επαναπροσδιορισμός της σχέσης ανθρώπου και φύσης εντός του αστικού ιστού.
Λέξεις Κλειδιά: δωμάτιο, το τρίτο τοπίο, το τρίτο δωμάτιο, ύλη, κομπόστ, εμπλοκή
Επιβλέποντες: Γαβρήλου Έβελυν, Κοσμά Ανθή
Αριθμός Αναφοράς: 1224
