
Στην παρούσα διπλωματική εργασία, παρουσιάζεται μια πρόταση κατασκευής ενός περιπτέρου περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης στο πάρκο Αναύρου της πόλης του Βόλου. Πιο συγκεκριμένα, το περίπτερο τοποθετείται κατά μήκος της ακτογραμμής και έχει την μορφή ενός κύματος που συμβολικά αναπαριστά το πρόβλημα της υπέρογκης παραγωγής αποβλήτων που μαστίζει τον σύγχρονο κόσμο. Μια ακόμα πολύ σημαντική ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει το περίπτερο, είναι η αξιοποίηση για την υλοποίησή του υλικών που βρίσκονται σε δεύτερη χρήση και συγκεκριμένα άριστης κατάστασης ξύλινων τελάρων που σε διαφορετική περίπτωση θα απορρίπτονταν σε κάδους από οπωροπωλεία του Βόλου. Με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή μέσω του συνδυασμού μορφής και υλικών, το περίπτερο επιχειρεί να προβληματίσει τον κάθε περαστικό για το περιβαλλοντικό αυτό ζήτημα. Εκτός αυτού, το περίπτερο μπορεί επίσης να φιλοξενεί και διάφορες εκδηλώσεις σχετικές με το θέμα, όπως για παράδειγμα παρουσιάσεις και εκθέσεις ερευνών. Από την άλλη πλευρά, ένα βασικό χαρακτηριστικό του περιπτέρου είναι η χρήση ρομποτικού βραχίονα κατά την διαδικασία παραγωγής, ώστε να καλύπτονται όλες οι ανάγκες που προκύπτουν από την πολυπλοκότητα της κατασκευής αλλά και να διευκολύνεται η διαδικασία εξοικονομώντας χρόνο και υλικά. Προκειμένου να προκύψει το τελικό αποτέλεσμα του περιπτέρου, η εργασία πραγματοποιήθηκε σε τρία διαφορετικά στάδια τα οποία αποτελούν και τα κεφάλαιά της. Αναλυτικότερα, αρχικά εξετάστηκε η διαθεσιμότητα των ξύλινων τελάρων από τα οπωροπωλεία του Βόλου για να επιβεβαιωθεί η δυνατότητα αξιοποίησής τους και αναλύθηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά του τελάρου ώστε να γίνουν αντιληπτές οι ικανότητές του. Στην συνέχεια, μελετήθηκε η περίπτωση κατά την οποία το ξύλινο τελάρο χρησιμοποιείται ως φέρων οργανισμός στην κατασκευή, δίχως αυτό βέβαια να προσφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Συνεπώς, σε ένα τρίτο και τελευταίο στάδιο, εξετάστηκε το ενδεχόμενο αξιοποίησης του τελάρου στο επίπεδο του περιβλήματος του περιπτέρου καταλήγοντας έτσι στο τελικό επιθυμητό αποτέλεσμα της διπλωματικής εργασίας.
Επιβλέπων: Ψυχογυιός Δημήτρης
Αριθμός Αναφοράς: 1183






Σε συνέχεια της ερευνητικής εργασίας με τίτλο "Η επιβίωση του αγροτικού παρελθόντος μέσα στην επικράτεια του οικιστικού τοπίου: Το παράδειγμα της Θέρμης", η παρούσα διπλωματική εργασία θα ασχοληθεί με τη σύνθεση -στην περιοχή της επέκτασης της Θέρμης- μιας αγοράς-πλατείας με τη λογική ενός δημόσιου αυτοδιαχειριζόμενου πολυχώρου.
Η κεντρική λειτουργία του χώρου περιστρέφεται γύρω από καλλιέργειες που διαφυλάσσονται και νέες που δημιουργούνται στο έδαφος του. Αυτές θα φροντίζονται από τους ανθρώπους που αποτελούν την ομάδα διαχείρησης του χώρου, θα αποθηκεύονται εδώ και στη συνέχεια θα ακολουθεί το μαγείρεμά τους ως μια δημόσια δράση. Έπειτα, τα παράγωγα αυτής της διαδικασίας άλλοτε θα πωλούνται σε λαϊκή αγορά-παζάρι μέσα στην πλατεία ενώ άλλοτε θα καταναλώνονται μέσα στα πλαίσια συλλογικού δείπνου-γλεντιού. Γύρω από αυτή τη λειτουργία, ανοιχτοί και κλειστοί χώροι και σημεία θα προσφέρονται για συλλογικές δράσεις.
Στόχος είναι η δημιουργία ενός δημόσιου χώρου που θα προσφέρει στους κατοίκους την ύπαρξη μιας εν δυνάμει κοινοτικής και συλλογικής δράσης στον τρόπο που βιώνουν και παρεμβαίνουν στο δημόσιο χώρο, ώστε να συν-αποφασίζουν και να αυτο-οργανώνουν όσα επιθυμούν, κόντρα στην ταύτιση του ελεύθερου χώρου και της ψυχαγωγίας με την κατανάλωση. Επιπρόσθετα, η δημιουργία της πλατείας θα εμποδίσει μια επόμενη ιδιωτική κτιριακή ανέγερση, διαφυλάσσοντας το σημείο ως μια ζώνη αντίστασης μέσα στην ανεξέλεγκτη κατασκευαστική πραγματικότητα.
Επιβλέπων: Micocci Fabiano
Αριθμός Αναφοράς: 1100

Η Τήνος, ένα νησί των Κυκλάδων με έντονη γεωμορφολογική ιδιαιτερότητα και θρησκευτική ταυτότητα, συνδυάζει μια πλούσια πολιτιστική κληρονομιά με βαθιά αγροτική παράδοση. Παρά την περιορισμένη βροχόπτωση, το μικρόκλιμα και οι μελτέμια ευνοούν την καλλιέργεια ανθεκτικών προϊόντων, ενώ οι ξερολιθιές (πεζούλες) αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο διαχείρισης της κλίσης και της υγρασίας. Η αγροτική δραστηριότητα, αν και παραδοσιακή, απειλείται από την κλιματική κρίση, την ανυδρία και τη γήρανση του πληθυσμού.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Φαλατάδος, ένας από τους πιο ιστορικούς αγροτικούς οικισμούς του νησιού, αποτέλεσε επίκεντρο της μελέτης. Χτισμένος αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 400 μέτρων, με πλούσια κυκλαδύτικη αρχιτεκτονική και έντονη αγροτική δραστηριότητα – κυρίως στην αμπελουργία – ο οικισμός διατηρεί ακόμα τον παραδοσιακό του χαρακτήρα. Ωστόσο, η αποχώρηση των νέων από τη γεωργία και η έλλειψη σύγχρονης τεχνολογίας καθιστούν την αγροτική παραγωγή λιγότερο βιώσιμη.
Ανταποκρινόμενοι σε αυτές τις προκλήσεις, προτείνεται η ίδρυση ενός Κέντρου Αγροτικής Ανάπτυξης, ως χώρος ενίσχυσης και υποστήριξης της τοπικής γεωργικής παραγωγής, μέσα από βιώσιμες και σύγχρονες πρακτικές. Το Κέντρο τοποθετείται στο νοτιοδυτικό άκρο του οικισμού, σε οικόπεδο με ήπια κλίση και άμεση σύνδεση με τον περιβάλλοντα αγροτικό χώρο. Η αρχιτεκτονική σύνθεση ακολουθεί τις αρχές της ένταξης στο τοπίο, αξιοποιώντας την υψομετρική διαφορά και τις ξερολιθιές ως οργανωτικά και μορφολογικά εργαλεία.
Επιβλέπων: Ψυχογυιός Δημήτρης
Αριθμός Αναφοράς: 1153

Ποιος είναι ο αντίκτυπος στην ποιότητα κατοίκησης, όταν η επάρκεια χώρου δεν συνοδεύεται από ανάλογη λειτουργικότητα;
Το παρόν πόνημα πραγματεύεται την αναθεώρηση των προτύπων κατοίκησης, με κέντρο μελέτης ένα οροφοδιαμέρισμα του 1980, σε μία ημιαστική γειτονιά της Μυτιλήνης.
Το ερευνητικό ερώτημα που τίθεται αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο χώρος μπορεί να μετασχηματιστεί, προκειμένου να φιλοξενεί αποτελεσματικά τα δώδεκα μέλη της οικογένειας που τον χρησιμοποιούν κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, υπερβαίνοντας τις προδιαγραφές κατοίκησής του. Το διαμέρισμα στο οποίο εστιάζει η μελέτη ακολουθεί τα αρχιτεκτονικά πρότυπα της εποχής του, με μεγάλους ανεκμετάλλευτους εσωτερικούς χώρους και στενά, δυσλειτουργικά μπαλκόνια, στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στις σημερινές ανάγκες και, παρά τη γειτνίασή του με την θάλασσα, δεν αντανακλά τα χαρακτηριστικά ενός σπιτιού διακοπών.
Η μεθοδολογική προσέγγιση περιέλαβε αναδρομή στην ιστορική και τυπολογική ταυτότητα του κτιρίου, λεπτομερή καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης και ανάλυση των στατικών χαρακτηριστικών του διαμερίσματος. Ακολούθησε σειρά σχεδιαστικών δοκιμών, μέσω των οποίων αναπτύχθηκαν εναλλακτικές προτάσεις εσωτερικής διαρρύθμισης.
Οι προτάσεις αυτές διατήρησαν τα βασικά μορφολογικά και δομικά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα εισήγαγαν ευέλικτες λύσεις που επιτρέπουν την καλύτερη αξιοποίηση του διαθέσιμου χώρου, την ενίσχυση της συλλογικής κατοίκησης και την προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της οικογένειας.
Η μελέτη δείχνει ότι με τις κατάλληλες αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις, ακόμη και κατοικίες του παρελθόντος με περιορισμένη λειτουργικότητα μπορούν να μεταμορφωθούν σε ευέλικτους και βιώσιμους χώρους και να αποκτήσουν νέες λειτουργικές και αισθητικές αξίες, καθιστώντας την κατοικία χώρο ζωντανό και φιλόξενο για όλους τους χρήστες.
Επιβλέπων: Μητρούλιας Γεώργιος
Αριθμός Αναφοράς: 1182

Στο Νέο Κλήμα Σκοπέλου, στην παραθαλάσσια περιοχή του Χόβολο, προτείνεται η δημιουργία ενός πολυλειτουργικού κτηρίου που φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο συνάντησης για διαφορετικές μορφές κατοίκησης και χρήσης, καλύπτοντας τις ανάγκες των μόνιμων, προσωρινών και επισκεπτών κατοίκων του νησιού.
Η αρχιτεκτονική πρόταση αναπτύσσεται εντός ενός τοπίου που φέρει εμφανή τα σημάδια παλαιότερης λατομικής δραστηριότητας. Σε έναν τόπο ήδη αλλοιωμένο από την ανθρώπινη παρέμβαση, το κτήριο δεν επιδιώκει να καλύψει το τραύμα αλλά να συνυπάρξει με αυτό, προτείνοντας έναν νέο τρόπο παρουσίας μέσα στο τοπίο.
Το κτήριο οργανώνεται ως ένα ενιαίο σύνολο πολλαπλών χρήσεων. Περιλαμβάνει χώρους διαμονής, πολιτιστικές και κοινωνικές υποδομές, χώρους εκπαίδευσης, άθλησης και εστίασης, καθώς και λειτουργίες που υποστηρίζουν την τοπική οικονομία, όπως γραφεία και χώρους ενοικίασης. Η συνύπαρξη αυτών των χρήσεων εντός του ίδιου κελύφους επιχειρεί να επανεξετάσει τη σχέση ανάμεσα στον επισκέπτη και τον τόπο, προτείνοντας ένα υβριδικό μοντέλο κατοίκησης και φιλοξενίας που ανταποκρίνεται στις ιδιαιτερότητες της νησιωτικής πραγματικότητας.
Σε μορφολογικό επίπεδο, το κτήριο αναπτύσσεται ακολουθώντας τις ισοϋψείς του εδάφους, ενσωματωμένο στη γεωμετρία του βραχώδους τοπίου. Η εξωτερική του επιδερμίδα σχεδιάζεται ως συνέχεια του βράχου, με χρήση τοπικής πέτρας και κεκλιμένων επιπέδων. Συγκροτείται αποκλειστικά από σταθερές πέτρινες περσίδες, που οργανώνονται σε ρυθμική διάταξη, αφήνοντας το φως και τη σκιά να εναλλάσσονται, δημιουργώντας ένα φίλτρο που εναρμονίζεται με τη φυσική τοπογραφία και ενισχύοντας τον διάλογο με την υλικότητα και τις μνήμες του τόπου. Η μορφή του κτηρίου εμφανίζεται άλλοτε έντονα και άλλοτε υποχωρεί στο περιβάλλον, διατηρώντας μια διαρκή, δυναμική σχέση με αυτό.
Η πρόταση δεν επιδιώκει να επιβάλει μια νέα εικαστική ταυτότητα, αλλά να σταθεί με σεμνότητα και επίγνωση στο μεταβαλλόμενο τοπίο, λειτουργώντας ως ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στον βράχο και τον άνθρωπο.
Επιβλέποντες: Micocci Fabiano, Γαβρήλου Έβελυν
Αριθμός Αναφοράς: 1158

Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στην αρχιτεκτονική ανάλυση και διερεύνηση του παραδοσιακού οικισμού του Κάστρου στη Σέριφο, με ειδική έμφαση στις παραδοσιακές κατοικίες που συγκροτούν το οικιστικό σύνολο. Η κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική, ως ιδιαίτερη και αναγνωρίσιμη μορφή στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο τόσο στον σχεδιασμό κατοικιών όσο και στη διαμόρφωση πολεοδομικών πρακτικών, αναδεικνύοντας την άρρηκτη σύνδεση της αρχιτεκτονικής με το φυσικό και κοινωνικό τοπίο. Η εργασία εξετάζει αρχικά την ιστορική εξέλιξη του Κάστρου της Σερίφου, από την ίδρυσή του έως τη σημερινή του μορφή, αναλύοντας την οικιστική του διάρθρωση και τη δυναμική του σε σχέση με το γεωγραφικό και κοινωνικό περιβάλλον του νησιού. Στη συνέχεια, διερευνάται η τυπολογία των παραδοσιακών κατοικιών, με έμφαση στη χωροθέτηση, τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά και τη λειτουργικότητα κάθε μονάδας, υπό το πρίσμα των παλαιότερων καθημερινών πρακτικών και αναγκών. Ακολούθως, προσεγγίζεται η δυνατότητα αναθεώρησης και επανασχεδιασμού των κατοικιών, με επίκεντρο την αποκατάσταση, την ενοποίηση και τον συσχετισμό των επιμέρους κτιριακών μονάδων. Η μελέτη βασίζεται σε συγκριτική ανάλυση υπαρχουσών δομών, υιοθετώντας μια στρατηγική που επιδιώκει τη διατήρηση του φέροντος οργανισμού και των βασικών παραδοσιακών χαρακτηριστικών, παράλληλα με την ενσωμάτωση σύγχρονων αρχιτεκτονικών προσεγγίσεων. Στόχος της εργασίας είναι η ανάδειξη ενός μοντέλου που θα συνδυάζει τις απαιτήσεις της σύγχρονης κατοίκησης με τους κανόνες και τις αρχές των παραδοσιακών νησιωτικών οικισμών, οδηγώντας στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συγκροτήματος κατοικιών στην Κάτω Χώρα Σερίφου, το οποίο θα διασφαλίζει τη συνέχιση της τοπικής αρχιτεκτονικής ταυτότητας.
Επιβλέπων: Καναρέλης Θεοκλής
Αριθμός Αναφοράς: 1193

Η παρούσα διπλωματική εργασία έχει ως στόχο την αναζήτηση τρόπων συνύφανσης του ανθρώπου με το φυσικό στοιχείο, μέσα από τη διερεύνηση της σχέσης νερού και πόλης. Αποτελεί συνέχεια της ερευνητικής εργασίας «Υδρο-πολιτισμοί της Θεσσαλίας μέσα από μια διαχρονική προοπτική», η οποία επικεντρώθηκε στη διασύνδεση του νερού με το δομημένο περιβάλλον στο παρελθόν. Ο «Ανασχεδιασμός της υδάτινης ταυτότητας του χείμαρρου Ξηριά» στο νότιο άκρο του Βόλου επιχειρεί να επανεξετάσει τη σχέση του χειμάρρου με τον αστικό ιστό και να προτείνει νέες πρακτικές σύνδεσης και αλληλεπίδρασης.
Ο Ξηριάς αποτελεί το σημαντικότερο αποστραγγιστικό σύστημα του Πηλίου, απομακρύνοντας τον υδάτινο όγκο προς την παραθαλάσσια πεδιάδα του Βόλου. Κατά τη διάρκεια έντονων βροχοπτώσεων μεταφέρει και αποθέτει φερτά υλικά, σχηματίζοντας τις αλλουβιακές αποθέσεις επάνω στις οποίες έχει αναπτυχθεί η πόλη. Ο μορφολογικός όρος «γεωποῖος» αποδίδει εύστοχα τον διαχρονικό ρόλο του χειμάρρου στη διαμόρφωση του τοπίου. Ωστόσο, η συνεχής επέκταση του αστικού ιστού σε συνδυασμό με τη γεωποιητικήικανότητα του χειμάρρου οδηγεί σε σοβαρές επιπτώσεις: καταστροφές σε υποδομές και καλλιέργειες, καθώς και μεταφορά ρύπων, απορριμμάτων και τοξικών ουσιών. Η εις βάθος κατανόηση των πλημμυρικών φαινομένων που προκαλεί ο χείμαρρος είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών πρόληψης και μετριασμού, καθώς και για την προστασία των τοπικών κοινοτήτων και του περιβάλλοντος.
Η παρούσα πρόταση επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση των υφιστάμενων προβλημάτων, με στόχο τη μετατροπή του χειμαρρικού πεδίου σε έναν λειτουργικό βιοδιάδρομο, ενταγμένο στον αστικό ιστό. Μέσω της υλοποίησης ενός παράλληλου έργου στον χείμαρρο, επιδιώκεται η μείωση των πλημμυρικών επιπτώσεων, η ορθολογική διαχείριση του υδάτινου δυναμικού και η διαμόρφωση μιας νέας υδάτινης ταυτότητας, ικανής να επανεντάξει τον χείμαρρο στην πόλη και να ενισχύσει τον ρόλο του ως φορέα περιβαλλοντικής και κοινωνικής σύνδεσης.
Η επανασύσταση των μαιανδρισμών, η διεύρυνση της κοίτης, η δημιουργία δεξαμενών υποδοχής και διαχείρισης των υδάτων και των φερτών υλικών, καθώς και η ανάπτυξη υδροβιοτόπου και η ολοκληρωμένη διαχείριση της ορεινής υδρονομίας, αποσκοπούν στη μετατροπή του χειμάρρου σε έναν οικολογικά ισορροπημένο και λειτουργικό άξονα, που θα συμβάλλει στη μείωση των πλημμυρικών κινδύνων, την ενίσχυση της βιοποικιλότητας και την ποιοτική αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος.
Λέξεις κλειδιά:
Διαχείριση Υδατικών Πόρων, Αστική Υδρολογία, Αντιπλημμυρική Προστασία, Χείμαρρος Ξηριάς, Ανασχεδιασμός Τοπίου, Αστική Ανθεκτικότητα
Επιβλέπουσα: Κουζούπη Ασπασία
Αριθμός Αναφοράς: 1174






Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται την αποκατάσταση του Αρχοντικού Σκορδίλη, το οποίο βρίσκεται στον οικισμό της Παλιάς Περίθειας στη Βόρεια Κέρκυρα, και την επανάχρηση αυτού σε Κέντρο Κερκυραϊκής Αρχιτεκτονικής της υπαίθρου. Το κτίριο αυτό αποτελεί τοπόσημο της περιοχής και χαρακτηρίζεται ως χώρος μνημών και φορέας πολιτισμικής κληρονομιάς. Λειτούργησε ως αρχοντική κατοικία ευγενών και στην πορεία μετά τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις μετατράπηκε σε δημοτικό σχολείο. Η διώροφη κατοικία βρίσκεται εντός περιβόλου, από τον μαντρότοιχο του οποίου σώζεται μόνο η τοξωτή πέτρινη είσοδος που φέρει υπέρθυρο με χρονολογία 1712. Στη βάση της εξωτερικής σκάλας της οικίας υπάρχει δεύτερο πορτόνι. Το υπέρθυρό του, που έχει καταστραφεί, ανέγραφε χρονολογία 1699. Πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα σπίτια της Περίθειας όπως προδίδει και ο χωρίς στέγη μπότζος. Το διατηρητέο αυτό μνημείο, έχει αφεθεί στη φθορά του χρόνου με αρκετά έκδηλα τα αποτελέσματα της μακροχρόνιας εγκατάλειψης. Η νέα χρήση που προτείνεται και μελετάται για το συγκεκριμένο σημείο αφορά την υποστήριξη λειτουργιών πολιτιστικού χαρακτήρα. Η κομβική του θέση στο χωριό είναι ιδανική για τη δημιουργία ενός τέτοιου χώρου και η γειτνίαση του με διάσπαρτες μονάδες φιλοξενίας το καθιστά κατάλληλο για την διεξαγωγή συνεδριάσεων και εκδηλώσεων. Στο μεγαλύτερο τμήμα του κτιρίου, θα φιλοξενείται εκθεσιακός χώρος και πλήθος μόνιμων ή περιοδικών εκθέσεων φωτογραφίας και προπλασμάτων σχετιζόμενων με την ιστορία και την αρχιτεκτονική ομορφιά του τόπου αλλά και άλλων παραδοσιακών οικισμών. Οι λειτουργίες του σχεδιαζόμενου κτιρίου συμπληρώνονται με μια αίθουσα προβολών καθώς ένας από τους στόχους της μελέτης είναι η παρουσίαση των διάφορων φάσεων του κτιρίου. Φυσικά, η αναδρομική αυτή πορεία γίνεται καλύτερα κατανοητή μέσα από τη μετάδοση οπτικοακουστικού υλικού. Ο σχεδιασμός γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην ανταγωνίζεται την υπάρχουσα δομή αλλά, αντίθετα, να την αναδεικνύει. Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλει, πέρα από τον σχεδιασμό, και η επιλογή των υλικών. Ακολουθούνταιαπλέςγραμμές, δημιουργούνταιστοέςκαιπορείες.
Επιβλέπων: Μανωλίδης Κωνσταντίνος
Αριθμός Αναφοράς: 1114
