
Η Εταιρεία Αστρονομίας και Διαστήματος Βόλου, εδώ και καιρό προσπαθεί να αποκτήσει το δικό της αστεροσκοπείο. Υπάρχει συγκεκριμένος χώρος στον Άγιο Σέφανο Μαγνησίας, που πληροί τις προδιαγραφές για τη δημιουργία αστεροσκοπείου (τοποθεσία σε υψόμετρο άνευ οπτικών εμποδίων και φωτορρύπανσης). Ο χώρος αυτός βρίσκεται έξω από τα πολεοδομικά όρια του χωριού και χρησιμοποιείται ήδη από την Εταιρεία. Στο οικόπεδο έχουν γίνει κάποιες παρεμβάσεις έτσι ώστε να μπορεί να φιλοξενεί τις δραστηριότητες αστροπαρατήρησης που διοργανώνονται.
Η εργασία αυτή, είναι βασισμένη στα δεδομένα της περιοχής και δημιουργήθηκε ένα συγκρότημα επιστημονικού χαρακτήρα, που εκτός από τη λειτουργία ενός κλειστού αστεροσκοπείου περιλαμβάνει χώρους άξιους επισκεψιμότητας από το κοινό, σημεία εκπαίδευσης, ανοιχτές περιοχές αναψυχής, ξεκούρασης και εξωτερικής αστροπαρατήρησης.
Οι εσωτερικοί χώροι είναι επτά στο σύνολο, ένα αστεροσκοπείο, ένα κτίριο μουσειακού χαρακτήρα, ένας κτίριο εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Υπάρχει, ακόμη, μια συστάδα δομών που συνδέεται με έναν διάδρομο και επικοινωνεί και εξωτερικά και περιέχει ένα αναψυκτήριο, μια βιβλιοθήκη/αναγνωστήριο κι ένα κτίριο κίνησης. Τέλος, ένα κτίριο συλλογικής κατοίκησης με έντονο ιδιωτικό χαρακτήρα.
Οι εξωτερικοί χώροι έχουν κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του συγκροτήματος, με χαρακτηριστικά σημεία την πλατφόρμα αστροπαρατήρησης και τις κερκίδες που τη συνοδεύουν, τη μικρή πλατεία με τα σκίαστρα και τους χώρους πρασίνου που ενισχύουν τις λειτουργίες των γύρω κτιρίων. Η χρήση της φύτευσης στους χώρους αυτούς ενίσχυσε τη γλυπτικότητα της συνολικής σύνθεσης.
Για την πραγματοποίηση του σχεδιασμού έγινε χρήση δύο διαφορετικών κανάβων, λήφθηκε υπόψη η βαρύτητα της λειτουργίας ενός αστεροσκοπείου που αποτελεί το κεντρικό κτίριο του συγκροτήματος, πραγματοποιήθηκε διαμοιρασμός των λειτουργιών στους ανάλογους όγκους σύμφωνα με το βαθμό επισκεψιμότητας τους και τηρήθηκε μια συνεπής γλώσσα σε όλο το οικόπεδο.
Το σχεδιαστικό αποτέλεσμα εκμεταλλεύεται την έντονη γεωμετρία που προσφέρει ένα κτίριο αστεροσκοπείου. Εδώ, η αρχική γεωμετρία αυτή αποτελεί οδηγό και κέντρο των κανάβων που χρησιμοποιήθηκαν για τη χάραξη και το σχεδιασμό, έχει αντίκτυπο και στις υπόλοιπες εγκαταστάσεις, όχι μόνο σε επίπεδο μορφολογίας κελύφους αλλα και σε επίπεδο κάτοψης και εσωτερικής χωρικής διάταξης.
Επιβλέποντες: Συμεωνίδου Ιωάννα, Γρηγοριάδου Μαγδαληνή
Αριθμός Αναφοράς: 1152

Η παρούσα Διπλωματική Εργασία προτείνει τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό ενός Ερευνητικό Κέντρου Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, το οποίο επιδιώκει να ενσωματώσει σύγχρονες πρακτικές τεχνολογικής καινοτομίας σε ένα κτηριακό πλαίσιο αφιερωμένο στη μελέτη του παρελθόντος. Η βασική συνθετική πρόταση αφορά την ισορροπία ανάμεσα στην ιστορική μνήμη και τη σύγχρονη περιβαλλοντική απόδοση, μέσω ενός αρχιτεκτονικού λεξιλογίου που αξιοποιεί δυναμικές όψεις, παθητικά συστήματα και ευέλικτες χωρικές δομές.
Η λειτουργική ταυτότητα του Ερευνητικού Κέντρου περιλαμβάνει αναγνωστήρια, βιβλιοθήκη, εργαστήρια έρευνας, γραφεία, αμφιθεατρικούς χώρους, και κοινόχρηστες περιοχές συνεργασίας. Η σύνθεση βασίστηκε στη χωρική διαστρωμάτωση των λειτουργιών, ώστε να εξασφαλίζεται η ομαλή ροή, η δυνατότητα ησυχίας στους χώρους μελέτης και ταυτόχρονα η συνάντηση και η ανταλλαγή στους δημόσιους πυρήνες.
Κεντρικό στοιχείο της πρότασης αποτελεί η ενεργειακή στρατηγική του κελύφους. Στο κτήριο ενσωματώνεται ένα Δυναμικό Σύστημα Πρόσοψής, που λειτουργεί ως ένας ‘έξυπνος’ διαμεσολαβητής ανάμεσα στο εξωτερικό περιβάλλον και τις εσωτερικής συνθήκες και εντάσσεται οργανικά στον αρχιτεκτονικό λόγο του κτηρίου, λειτουργώντας ως μορφολογικό και τεχνολογικό εργαλείο.
Η επιλογή του οπλισμένου σκυροδέματος ως κύριου κατασκευαστικού υλικού βασίστηκε στη φέρουσα ικανότητά του, στη θερμική αδράνεια και στην εγγενή μορφολογική του δυνατότητα να εκφράζει στιβαρότητα, μονιμότητα και σαφήνεια. Συμπληρωματικά, χρησιμοποιούνται υλικά υψηλής αντοχής και φυσικής υφής όπως η πέτρα, το ξύλο και θερμομονωτικές πλάκες που συνδιαλέγονται με το ιστορικό περιεχόμενο του προγράμματος.
Η εργασία ολοκληρώνεται με τη σύνθεση ενός βιοκλιματικά σχεδιασμένου κτηρίου, προσαρμοσμένου στις περιβαλλοντολογικές συνθήκες της τοποθεσίας του. Τέλος, η πρόταση στοχεύει να αποτελέσει ένα παράδειγμα σύγχρονης αρχιτεκτονικής έρευνας το οποίο σέβεται την ιστορική επιστημονική γνώση που φιλοξενεί, ενώ ταυτόχρονα ανταποκρίνεται στις επιταγές της βιωσιμότητας του μέλλοντος.
Επιβλέποντες: Ψυχογυιός Δημήτρης, Τσαγκρασούλης Aριστείδης
Αριθμός Αναφοράς: 1149

Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στον σχεδιασμό ενός συνόλου ακαδημαϊκών και πολιτιστικών δομών πλησίον του σιδηροδρομικού σταθμού της Θήβας, με στόχο την επανενεργοποίηση και μετεγκατάσταση του ήδη υπάρχοντος αλλά παραμελημένου Τμήματος Συστημάτων Εφοδιασμού, αλλά και την ίδρυση Τμήματος Φυτικής Παραγωγής. Κεντρικός άξονας της πρότασης αποτελεί η δημιουργία ενός πολιτιστικού κέντρου που θα λειτουργεί ως πυρήνας κοινωνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας για φοιτητές και κατοίκους της περιοχής. Η επιλογή της θέσης αξιοποιεί στρατηγικά την εγγύτητα στον σταθμό τρένου, διευκολύνοντας την πρόσβαση των φοιτητών από γειτονικές πόλεις. Αφετηρία του έργου υπήρξε η παρατηρούμενη δημογραφική, κοινωνική και πολιτιστική συρρίκνωση στον Δήμο Θηβαίων, ιδιαίτερα στον νεανικό πληθυσμό. Στόχος του σχεδιασμού είναι η ανατροπή αυτής της τάσης μέσα από τη σύνδεση της ακαδημαϊκής δραστηριότητας με τον κοινωνικό και πολιτιστικό ιστό της περιοχής.
Επιβλέπουσα: Τροβά Βάσω
Αριθμός Αναφοράς: 1169

Η παρούσα διπλωματική εργασία αποτελεί μια συνέχεια του ερευνητικού θέματος (Δικαίωμα στην Κατοίκηση: Χωρο-κοινωνική Μελέτη Συγκροτημάτων Κοινωνικών Κατοικιών στα Τρίκαλα), συνδεόντάς την άμεσα με τα περιβάλλοντα και τους κατοίκους που μελετήσαμε και παρατηρήσαμε. Η πρόταση αυτή αποσκοπεί στη δημιουργία ενός προτύπου σχεδιασμού μικρών κατοικιών (30-40 τ.μ.) σε προσφορά χαμηλού ενοικίου (βασιζόμενοι στον σημερινό σύγχρονο βίο και τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε ως ενήλικα άτομα) με έδρα την περιοχή Σεισμόπληκτα του Δήμου Τρικκαίων. Οι προτεινόμενες κατοικίες θα καλύπτουν την στέγαση και ανάγκες ατόμων διαφορετικών ηλικιακών ομάδων (περιλαμβάνοντας τόσο νέους ενήλικες όσο και ηλικιωμένα άτομα) και θα προορίζονται για ατομική κατοίκηση.
Η εργασία χωρίζεται σε δύο κύρια σκέλη. Το πρώτο αφορά το κτιριολογικό κομμάτι, κατά το οποίο επιτυγχάνεται η διαμόρφωση τυπολογιών και προγράμματος των κτιρίων (δημόσια και κατοικίες), λαμβάνοντας υπόψη τον συντελεστή δόμησης (1,2), την μορφολογία των κατοικιών και τις δημόσιες χρήσεις της περιοχής ως σύνολο. Και το δεύτερο αφορά τον πολεοδομικό σχεδιασμό του συγκροτήματος, όπου εστιάζουμε στην ενσωμάτωση της πρότασης στην υπάρχουσα ρυμοτομία και χαρακτηριστικά της περιοχής. Και στα δύο σκέλη επιλύονται οι ανάγκες τόσο της επιλεγμένης περιοχής, όσο και των κατοίκων που έπεται να διαμείνουν. Διαμορφώνοντας, έτσι, ειδικούς χώρους με συγκεκριμένη χρήση στο κάθε κτίριο ξεχωριστά, αλλά και στο δημόσιο χώρο.
Κατά τη διαδικασία ανάλυσης της πρότασης θα απαντηθούν ερωτήματα που αφορούν την επιλογή τοποθέτησης, τις ανάγκες που προέκυψαν, στοιχεία που υιοθετήσαμε από το προϋπάρχον θέμα, καθώς και τις αρχές σχεδιασμού που ακολουθήσαμε. Ερωτήματα που θα διαμορφώσουν τη σχεδιαστική ταυτότητα της πρότασης. Ένα σύνολο προβληματισμών, όπου χαράχτηκαν διαφορετικές πορείες στη προσπάθεια να αντιμετωπιστούν.
Επιβλέπουσα: Τροβά Βάσω
Αριθμός Αναφοράς: 1145

Η συνεχής παρατήρηση των δρόμων της Κυψέλης συνέβαλλε στην έναρξη της έρευνας και καταγραφής της περιοχής για την παρούσα διπλωματική. Η ανεξέλεγκτη μάζα σκουπιδιών, στο μεγαλύτερο ποσοστό του πλαστικών συσκευασιών, αποτέλεσε το εφαλτήριο για την αναζήτηση χώρων όπου θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν ένα κέντρο επαναχρησιμοποίησης του πλαστικού. Hεπικέντρωση στο πλαστικό έγινε σκόπιμα, καθώς απαιτεί την μεγαλύτερη επεξεργασία προκειμένου να αποκτήσει μια νέα ταυτότητα. Μέσα από την διερεύνηση των κενών (άκτιστων) που υπάρχουν στις γειτονιές της Κυψέλης, η εγκατάσταση ενός κέντρου επεξεργασίας και επαναχρησιμοποίησης πλαστικού έρχεται να αποτελέσει καθημερινότητα για τους κατοίκους της, εξοικειώνοντας τους με τη λογική της επεξεργασίας του. Το κέντρο αποθηκεύει ποσότητες πλαστικού προκειμένου τα μεγαλύτερα κέντρα ανακύκλωσης να προμηθεύονται από αυτό για τις δίκες τους χρήσεις. Ακολουθώντας μια σειρά λειτουργειών, το πλαστικό κατανέμει την πορεία του σε τέσσερις ορόφους. Ο κάθε όροφος απευθύνεται σε μια διαφορετική επεξεργασία όπου με ειδικά μηχανήματα κόβουν, τεμαχίζουν, συμπιέζουν και κοκκοποιούν, προκειμένου το πλαστικό να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Στόχος της επεξεργασίας είναι η δημιουργία ειδών καθημερινής χρήσης όπου θα μπορούν να πωλούνται. Το ισόγειο αποτελεί ταυτόχρονα την έναρξη και το τέλος της επεξεργασίας καθώς τα ‘’γλυπτά’’ κατευθύνονται στο ισόγειο δημιουργώντας την έκθεση του κέντρου. Οι ενδιάμεσοι όροφοι έχουν διττή λειτουργεία εξυπηρετώντας τις καθημερινές ανάγκες των εθελοντών και τη συλλογή του πλαστικού. Το hub λειτουργεί σαν ένα μικρό εργοστάσιο από όπου εισέρχονται "ύλες", από τους υποδοχέα της όψης και επεξεργάζονται με μια καθ’ ύψος διαδικασία. Οι πνευματικοί σωλήνες γνωστοί ως "pneumatictubes" εγκατεστημένοι σε κάθε όροφο αναλαμβάνουν το ρόλο της μεταφοράς του πλαστικού από έξω προς τα μέσα.
Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν
Αριθμός Αναφοράς: 1173

Στόχος της συγκεκριμένης διπλωματικής εργασίας με τίτλο «Το Ντεπώ των Αισθήσεων: Φύση, Μνήμη και Τέχνη σε επανεκκίνηση», αποτελεί η στρατηγική επανένταξη του πρώην αμαξοστασίου Ντεπώ στη Θεσσαλονίκη, μέσα από ένα πολυεπίπεδο σχεδιασμό που βασίζεται σε τρεις θεματικούς άξονες: Φύση, Μνήμη και Τέχνη. ‘Ετσι, το Ντεπώ αποτελεί έναν τόπο με ιστορικό και κοινωνικό φορτίο, εγκαταλελειμμένο αλλά όχι αδρανή. Μέσα από μια δυναμική πρόταση επανάχρησης, επιχειρείται η μετατροπή του από σημείο εγκατάλειψης σε ενεργό κύτταρο της πόλης, με στόχο την κοινωνική επανένταξη και την πολιτισμική ανάδειξη. Για τον λόγο αυτό, ο σχεδιασμός αναγνωρίζει και ενισχύει τον ρόλο του Ντεπώ ως ιστορικού κόμβου μεταφορών, βιομηχανικής κληρονομιάς και συλλογικής μνήμης. Με αυτόν τον τρόπο, τα διατηρητέα κελύφη επαναχρησιμοποιούνται με σεβασμό στην αρχιτεκτονική τους ταυτότητα, φιλοξενώντας εκθέσεις για την ιστορία των μέσων μεταφοράς, βιβλιοθήκη, αρχειακό υλικό και χώρους έρευνας. Παράλληλα, το φυσικό τοπίο του ρέματος Σοφούλη επανεντάσσεται στον αστικό σχεδιασμό, λειτουργώντας ως άξονας σύνδεσης ανθρώπου και περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, η ενότητα της Φύσης εκφράζεται μέσω του «Πάρκου Συναισθησίας», ενός τοπίου που ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις μέσα από την εμπειρία της βλάστησης, του ήχου, της αφής και της κίνησης. Η Μνήμη θεμελιώνεται στην υλικότητα του κελύφους και την ιστορική αφήγηση του χώρου, αναδεικνύοντας το παρελθόν ως θεμέλιο για νέες χρήσεις. Η Τέχνη, τέλος, λειτουργεί ως εργαλείο συμμετοχής και συνεύρεσης: εργαστήρια, εκθέσεις και πολιτιστικές δράσεις δίνουν ζωή στον χώρο και ανοίγουν δρόμους δημιουργικής συνύπαρξης. Επιπλέον, ο σχεδιασμός αξιοποιεί τη στρατηγική θέση του Ντεπώ και τη γειτνίαση με εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς πόλους, ενισχύοντας τον ρόλο του ως διαμεσολαβητικό πεδίο μεταξύ ανθρώπων και χρήσεων. Η πρόταση δεν αντιμετωπίζει το τοπίο ως παθητικό φόντο, αλλά ως ενεργό συντελεστή της αρχιτεκτονικής εμπειρίας. Η εργασία φιλοδοξεί να αναδείξει το Ντεπώ ως ένα νέο τοπόσημο για την πόλη: έναν δημόσιο χώρο ανοιχτό στη μνήμη, τη φύση και την τέχνη – αλλά κυρίως, ανοιχτό στους ανθρώπους.
Επιβλέποντες: Remy Nicolas, Μανωλίδης Κωνσταντίνος
Αριθμός Αναφοράς: 1146






Η παρούσα διπλωματική εργασία, πραγματεύεται την δημιουργία ενός πάρκου μνήμης και χώρου αποθήκευσης οστεοφυλακίων και τεφροδόχων, αλλά και την επανάχρηση του εγκαταλελειμμένου βιομηχανικού συγκροτήματος του Οινοπνεύματος, στην πόλη του Βόλου. Σκοπός της εργασίας είναι η άσκηση κριτικής επάνω στην σχέση της πόλης και του σύγχρονου κοιμητηρίου. Μια σχέση που πλέον χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερο διαχωρισμό, και μια απόκρυψη του θανάτου από τις γειτονιές και την καθημερινότητα. Αντί να παραμένει ένας περιθωριοποιημένος χώρος διαχείρισης των νεκρών, η νέα αυτή προσέγγιση επανεντάσσει το θάνατο στον αστικό ιστό, δημιουργώντας έναν χώρο που διατηρεί την μνήμη και ενισχύει τη συλλογική συνείδηση, μέσω της άμεσης προσβασιμότητας. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει υπόγειες εγκαταστάσεις για την φύλαξη των οστών, συνολικής χωρητικότητας 12.500 οστεοφυλακίων, που επικοινωνούν με την επιφάνεια του πάρκου μέσω τεσσάρων αίθριων, καθώς και ανοιχτούς χώρους με έντονη βλάστηση, υδάτινα στοιχεία και πλατείες που πλαισιώνονται από ένα σύστημα ελευθέρων τοιχίων. Οι κύριες κτιριακές μονάδες επιδέχονται μιας απλής επανάχρησης και φιλοξενούν χώρους τελετουργίας, εκθέσεων, αναψυχής, διοίκησης αλλά και δύο πύργους που λειτουργούν ως χώροι αποθήκευσης τεφροδόχων και θέασης. Η αφαίρεση της περίφραξης επιτρέπει την απρόσκοπτη ενσωμάτωση του χώρου στην πόλη, διευκολύνοντας την πρόσβαση και την αλληλεπίδραση των κατοίκων. Το συνολικό αποτέλεσμα, επιδιώκει να λειτουργήσει ως ένα αναλογικό αρχείο μνήμης το οποίο εκμηδενίζει τις αποστάσεις των ορίων της πόλης των ζωντανών και της πόλης των νεκρών, εντός της γειτονιάς και κατ’ επέκταση της πόλης
Επιβλέποντες: Γαβρήλου Έβελυν, Φωκαΐδης Πέτρος
Αριθμός Αναφοράς: 1122
