Arch.Uth Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Arch.Uth UTH.gr English

 Με την παρούσα διπλωματική εργασία, επιχειρείται η αρχιτεκτονική ανάδειξη και η ιστορική τεκμηρίωση του μεταβυζαντινού μνημείου του Μετοχίου της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στην Επανομή, Θεσσαλονίκης.

 Πρόκειται για ένα φρουριακό συγκρότημα, που χρονολογείται στα 1530 μ.Χ, του οποίου η θέση και η μοναστηριακή οργάνωση δικαιολογείται από την έντονη πειρατική δραστηριότητα της εποχής κατά την οποία κατασκευάστηκε. Τα στοιχεία αυτά έχουν έντονο αρχιτεκτονικό αποτύπωμα στη δομή του μνημείου το οποίο πιθανολογείται ως το παλαιότερο και το καλύτερα διατηρημένο μοναστηριακό μετόχι της Βορείου Ελλάδος και το μοναδικό σωζόμενο τμήμα του μεσαιωνικού οικισμού των Κριτζιανών.

 Έπειτα από μία αποτυχημένη πρωτοβουλία το 1965 για ανέγερση νέας εκκλησίας, προκλήθηκε μερική κατεδάφιση των θεμελίων του παρεκκλησίου καθώς και του τελευταίου ορόφου του πυργόσπιτου, ενώ διάφορες αναστηλωτικές εργασίες έχουν πραγματοποιηθεί σποραδικά από το 1976 έως και το 2015. Εκκρεμεί ωστόσο μία ολιστική μελέτη ανακατασκευής και αποκατάστασης του συγκροτήματος. Μία «θεραπεία».

 Στόχος επομένως είναι η συγκρότηση μιας πρότασης αποκατάστασης και επανένταξης του μνημείου, δίνοντας του μία νέα πνοή, τόσο αρχιτεκτονική όσο και λειτουργική. Με σημειολογική αφετηρία το πρόσωπο της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας, όπως αυτό έχει σκιαγραφηθεί στην χριστιανική πίστη, ο χώρος αυτός φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως μία νέα μήτρα πολιτισμικής και κοινωνικής αναζωογόνησης, θεραπείας και κάθαρσης. Επιδιώκεται λοιπόν, η μετατροπή του Μετοχιού σε ένα υπαίθριο χώρο θέασης και ακρόασης, ικανό να φιλοξενεί ένα μεγάλο εύρος πολιτιστικών εκδηλώσεων όπως δραματουργικές παραστάσεις και μουσικές συναυλίες, που θα ενταχθούν και θα αναδείξουν το σύγχρονο πολιτιστικό γίγνεσθαι της ευρύτερης περιοχής.

Επιβλέπουσα: Βυζοβίτη Σοφία

Αριθμός Αναφοράς: 1179

 

 Η εργασία αφορά το project «Co:neXion», μια ηλεκτρονική εφαρμογή που αξιοποιεί σύγχρονη τεχνολογία και επαυξημένη πραγματικότητα για τη δημιουργία ψηφιακών περιβαλλόντων σε άμεση σχέση με τον πραγματικό χώρο. Αναπτύσσεται μία μεθοδολογία συγχώνευσης φυσικού και ψηφιακού χώρου, με την οποία το περιβάλλον παιχνιδοποιείται μέσω της αξιοποίησης πολιτιστικών δεδομένων. Στόχος είναι η ανάδειξη μιας νέας μορφής επανάχρησης υπαρκτών τοποθεσιών, όπου η αισθητική του παιχνιδιού συνδυάζεται με την αρχιτεκτονική και την ιστορική σημασία της εκάστοτε περιοχής. Η μεθοδολογία προτείνεται μέσα από την ανάπτυξη ενός demoμε μελέτη περίπτωσης την πόλη της Ρόδου. Μέσα από την αφήγηση και τη χρήση αλληγοριών, το παιχνίδι αποκτά εκπαιδευτικό χαρακτήρα, προσφέροντας εναύσματα για αναζήτηση πραγματικών πληροφοριών και παράλληλα αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον για χώρους ιστορικής αξίας. Η εργασία επιδιώκει να δείξει πώς η ψηφιακή αναπαράσταση και η φαντασία μπορούν να ενισχύσουν τη σύνδεση του χρήστη με το παρελθόν και να προτείνουν έναν νέο τρόπο αλληλεπίδρασης με τον χώρο.

Επιβλέπων: Μπουρδάκης Βασίλης

Αριθμός Αναφοράς: 1181

 

 Τα ερωτήματα της δυνατότητας συνύπαρξης των κοινωνικών υποκειμένων της πόλης αλλά και προς τα που οδεύει ο σχεδιασμός των ελληνικών πόλεων αποτέλεσαν την αφετηρία της παρούσας διπλωματικής εργασίας. Από την αρχή της πολιτικής σκέψης και της δημιουργίας των ανθρώπινων κοινωνιών το ερώτημα της αρμονικής συναρμογής διαφορετικών κοινωνικών ομάδων αποτελεί θεμελιώδες στην εξέλιξη του χώρου που σχεδιάζει ο άνθρωπος. Από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Ανρί Λεφέβρ, η παραγωγή του χώρου αποτελεί θεμελιακό ζήτημα στα κοινωνικά συμβόλαια που επισυνάπτονται γύρω από την συγκατοίκηση των πόλεων και γενικότερα τις διαδικασίες αστικοποίησης. Έχοντας ξεπεράσει οικονομικές, κοινωνικές και υγειονομικές κρίσεις, οι ελληνικές πόλεις καλούνται σήμερα να επαναπροσδιορίσουν τον σχεδιασμό τους και τον τρόπο που αναδιανέμουν τoχώρο τους στις διάφορες ομάδες που παλεύουν σε έναν αγώνα διεκδίκησής του.

 Με αφορμή την μαζική εκκένωση υπουργικών κτιρίων στο κέντρο της Αθήνας, λόγω της μετεγκατάστασης εννέα υπουργείων σε ένα νέο κυβερνιτικό πάρκο, προτείνεται η διατήρηση του δομημένου κτιριακού αποθέματος και η επανάχρηση του για την δημιουργία ενός νέου υποθετικού σεναρίου δημόσιας στεγαστικής πολιτικής. Η απομάκρυνση από τους περιορισμούς της αγοράς ακινήτων και της ανεξέλεγκτης  επανάχρησης του αθηναϊκού αστικού αποθέματος σε ξενοδοχεία και διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, η συγκέντρωση ελληνικών εμπειριών που μεταφράζονται χωρικά, καθώς και μια πρόταση για πρακτικές συνεταιριστικής διαβίωσης στο κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας, ήταν οι κινητήριοι παράγοντες αυτής της διπλωματικής. Ακολουθώντας το παραπάνω πλαίσιο στοχασμού το “Social Assemblage” αποτελεί μία προσπάθεια αποτύπωσης των κοινωνικών και αρχιτεκτονικών τεκταινόμενων στην Αθήνα του σήμερα. Μέσα από την προτεινόμενη συναρμογή τουριστών και μόνιμων κατοίκων, χώρων τελετουργικής κατανάλωσης και συλλογικής φροντίδας διατυπώνεται ένας σχολιασμός και μία πρόταση για την κατοίκηση αλλά και την περιήγησή στο Αθηναϊκό κέντρο. 

Επιβλέπων: Μητρούλιας Γεώργιος

Αριθμός Αναφοράς: 1140

 

 Η πλημμυρική καταστροφή που συνέβη στις περιοχές της Καρδίτσας και του Παλαμά στο Θεσσαλικό Κάμπο τον Σεπτέμβριο του 2023 ανέδειξε την ανάγκη για βιώσιμες λύσεις προς αντιμετώπιση των μελλοντικών κινδύνων. Η κλιματική αλλαγή απειλεί την ισορροπία μεταξύ του φυσικού και του δομημένου περιβάλλοντος, προκαλώντας ανησυχία για την ασφάλεια και την παραγωγικότητα της περιοχής. Τέτοιου είδους συμβάντα πλήττουν τους κατοίκους, «κατεδαφίζουν» υλικά αγαθά, παραδόσεις, όνειρα και συνδέσεις με έναν τόπο, οδηγώντας συχνά σε οικιστικά και χωροταξικά αδιέξοδα.
  Ο χωρικός σχεδιασμός των ανθρώπινων οικισμών πρέπει να αναθεωρηθεί, ώστε να εφαρμοστούν νέες, ευέλικτες και ολιστικές στρατηγικές. Αυτό περιλαμβάνει τη μετεγκατάσταση κάθε νοικοκυριού σε ασφαλέστερο σημείο στο ίδιο το σπίτι του. Έτσι, επιτυγχάνεται η δημιουργία εναλλακτικών κοινωνικών και οικονομικών μοντέλων με μερική μετεγκατάσταση αλλά όχι αποξένωση. Η σκέψη του supra tecto αποσκοπεί όχι την παγίωση μιας προσωρινής συνθήκης αλλά την εμπλοκή των τοπικών, αρχιτεκτονικών και μη πρακτικών, των παραδόσεων και των αναγκών της καθημερινής ζωής στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ο οικισμός Παλαμά του νομού Καρδίτσας χρησιμοποιείται ως περίπτωση σπουδής για την εφαρμογή ανάλογων λύσεων στις συνθήκες ακραίας κλιματικής αλλαγής.
  Το ερώτημα είναι πώς θα καταφέρει μια «επείγουσα» δομή να αλλάξει την κατάσταση γρήγορα και αποτελεσματικά και όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα και αθόρυβα γίνεται για τον ίδιο τον άνθρωπο; Προτείνεται η λύση μιας κατασκευής πάνω από τη στέγη κάθε σπιτιού. Αποτελείται από ελαφριά υλικά και συν αρμολογείται εύκολα σαν κιτ. Η δομή έκτακτης ανάγκης στηρίζεται με τη βοήθεια σκαλωσιάς ενώ έχει και τη δυνατότητα πλεύσης, σε περίπτωση σημαντικής πλημμύρας.
 

Επιβλέποντες: Micocci Fabiano, Κοσμά Ανθή

Αριθμός Αναφοράς: 1119

 

 Το Thingvellir είναι  ένα  εθνικό  πάρκο  στον  δήμο Bláskógabyggð  στη νοτιοδυτική Ισλανδία και βρίσκεται περίπου 49 χλμ βορειοανατολικά της πρωτεύουσας  της  Ισλανδίας,  το  Ρέικιαβικ και η έκταση του καλύπτει τα 24.000 εκτάρια.Εντυπωσιακό σημείο της περιοχής είναι το φαράγγι που βρίσκεται σε μια κοιλάδα με ρήγμα που σηματοδοτεί την  κορυφή  της  Μεσοατλαντικής Κορυφογραμμής  και  το  όριο  μεταξύ  της  βορειοαμερικανικής  και  της  ευρασιατικής τεκτονικής πλάκας. Το εντυπωσιακό είναι ότι καθώς οι τεκτονικές πλάκες αποκλίνουν σταθερά κατά μερικά εκατοστά κάθε χρόνο, η μορφολογία του Thingvellirμεταλλάσσεται διαρκώς. Έτσι το φαινομενικά γαλήνιο τοπίο του βρίσκεται σε μια αέναη κινητικότητα αφού μέσα από γεωλογικές διαδικασίες δημιουργείται συνεχώς νέα γη.

 Αντικείμενο της εργασίας αποτελεί η έρευνα του άγριου τοπίου της υπαίθρου της Ισλανδίας και πιο ειδικά το Εθνικό πάρκο Thingvellir με σκοπό τον σχεδιασμό ναού αλλά και εσωτερικού και εξωτερικού καθιστικού χώρου στην περιοχή για τους πιστούς κατοίκους της χώρας αλλά και τους επισκέπτες. Με αυτόν τον τρόπο εντάσσεται η όλη σύνθεση ομαλά στο φυσικό τοπίο του πάρκου με αναφορές στην ισλανδική σύγχρονη αρχιτεκτονική ξεφεύγοντας από τις συνηθισμένες παραδοσιακές τυπολογίες εκκλησιών που λαμβάνουν χώρα σε μεγάλη  έκταση της Ισλανδίας.

 Τόσο η ευνοϊκή θέση της περιοχής, όσο και το μορφολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει, αποτέλεσαν σημαντικά κριτήρια που συνέτειναν στην επιλογή τοποθέτησης του ναού και του περιβάλλοντα χώρου.

 Με εύκολη πρόσβαση από τον κύριο δρόμο του πάρκου όντας πεζός, καθώς και από τον χώρο στάθμευσης Ρ1, όντας οδηγός, δημιουργείται μια σύνδεση των δύο αυτών πορειών δημιουργώντας έναν χώρο στάσης και ξεκούρασης στην περιοχή.

 

 Κατά τη διάρκεια της εργασίας ήταν σημαντικό να ερευνηθούν οι τυπολογίες των ναών ανά τα χρόνια, ώστε η κατασκευή του νέου ναού να γίνει βάσει του πιο αντιπροσωπευτικού τύπου.

 Τέλος, η διπλωματική εργασία, ως μια προσπάθεια ανάδειξης της σημασίας του φυσικού ισλανδικού τοπίου έχει ως στόχο την εξοικείωση των κατοίκων αλλά και των επισκεπτών με την αρχιτεκτονική του τόπου τους και την γενική ευαισθητοποίηση όλων σε θέματα πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς.

Επιβλέπων: Καναρέλης Θεοκλής

Αριθμός Αναφοράς: 1190

 

 Η εργασία με τίτλο «Symbiont: Πρόταση συνύπαρξης μιας νέας γενιάς ηλικιωμένων» αφορά την επανάχρηση ενός πρώην νοσοκομείου στο παραλιακό μέτωπο της Θεσσαλονίκης που έχει εγκαταλειφθεί για πάνω από δέκα χρόνια. Στόχος του σχεδιασμού είναι η κατανόηση των αναγκών και των πρακτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα ηλικιωμένα άτομα. Μέσα από τις δικές τους επιθυμίες σχεδιάζεται ένα κτίριο το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, χρήσεις όπως η κατοίκηση, το καφενείο, η ενασχόληση με χειρονακτικές δραστηριότητες και η κοινωνική συναναστροφή ατόμων διαφορετικών ηλικιών. Επίσης, γίνεται ανοιχτό προς το κοινό παρέχοντας βασικές ιατρικές υπηρεσίες και χώρο φυσιοθεραπείας και αποθεραπείας. Οι ένοικοι και χρήστες του κτιρίου έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν το χρονικό διάστημα που θα περάσουν σε αυτό ενώ εξυπηρετεί καθημερινές ανάγκες ατόμων και νεότερων ηλικιών, παρέχοντας φαγητό μαγειρεμένο από τους χρήστες τους ή το προσωπικό του. Η σχεδιαστική ιδέα ήταν η δημιουργία ενός πολύ-χώρου όπου θα μπορούν να γίνονται παράλληλες δράσεις και θα είναι ανοιχτός τόσο σε ηλικιωμένους όσο και σε νεότερους με κύριο γνώμονα λειτουργίας του την φροντίδα και την ενδυνάμωση τοπικών κοινοτήτων. Με τον τρόπο αυτό, θα δραστηριοποιηθούν άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και θα τους προσφερθεί μία πιο αξιοπρεπής διαβίωση ενώ παράλληλα θα παρακινούνται να συμμετάσχουν σε ομάδες συνομηλίκων τους και να γνωρίσουν νέο κόσμο κάνοντας δραστηριότητες που τους ενδιαφέρουν.

Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν

Αριθμός Αναφοράς: 1113

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία εκπονείται με αφετηρία την ανάγκη δημιουργίας νέου εκθεσιακού χώρου συνολικής επιφάνειας 1.500 τ.μ., ώστε να εκτεθούν σημαντικά αντικείμενα της συλλογής του Διαχρονικού Μουσείου Λάρισας, τα οποία έως σήμερα παραμένουν αδιάθετα λόγω περιορισμών στον υπάρχοντα χώρο.

 Η πρόταση δεν περιορίζεται στην απλή επέκταση του μουσείου, αλλά διατυπώνει μία ευρύτερη αρχιτεκτονική στρατηγική, με στόχο τη μετατροπή του άλσους Μεζούρλου – ενός περιαστικού φυσικού πόρου στα νότια όρια της Λάρισας – σε έναν ενεργό πολιτιστικό πυρήνα της πόλης.

 Το προτεινόμενο σύνολο περιλαμβάνει χώρους μόνιμης και περιοδικής έκθεσης, πολυχώρο, αναψυκτήριο, αμφιθέατρο και υπαίθριες αυλές. Οι επιμέρους λειτουργίες οργανώνονται γύρω από δύο μεταλλικά στέγαστρα, τα οποία ακολουθούν την καμπυλότητα του εδάφους και διατρέχουν τη φυσική φύτευση, με στόχο την ελάχιστη δυνατή επέμβαση στο υπάρχον τοπίο. Η γεωμετρία, τα υλικά και η τοποθέτηση της κατασκευής ενισχύουν την οπτική και φυσική ενσωμάτωση στο περιβάλλον.

 Η πρόταση διερευνά τον συνδυασμό εσωτερικής και υπαίθριας έκθεσης, ενεργοποιώντας τόσο τους κλειστούς όσο και τους ανοικτούς χώρους και διευρύνοντας τις δυνατότητες επικοινωνίας του επισκέπτη με το πολιτιστικό περιεχόμενο.

 Τα στέγαστρα αξιοποιούν παθητικές στρατηγικές ηλιακής προστασίας, μέσω θερμοευαίσθητων στοιχείων που προσαρμόζονται στις κλιματικές συνθήκες και προσφέρουν σκιασμένους, βιώσιμους χώρους δημόσιας χρήσης.

 Η πρόταση επιχειρεί να αρθρώσει έναν ενιαίο χώρο στον οποίο αρχιτεκτονική, φύση και πολιτισμός συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν, επαναπροσδιορίζοντας το μουσείο όχι μόνο ως κτίριο, αλλά ως ανοιχτό πολιτιστικό τοπίο. Παράλληλα, επιδιώκεται η συνεργατική και συμπληρωματική λειτουργία με το υφιστάμενο μουσείο, ενισχύοντας την ενότητα της μουσειακής εμπειρίας και την πολιτιστική δυναμική της περιοχής.

Επιβλέπων: Micocci Fabiano

Αριθμός Αναφοράς: 1139

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στην επανάχρηση ενός εγκαταλελειμμένου πέτρινου κτηρίου στην παραλιακή περιοχή της Αγριάς. Στόχος είναι η μετατροπή του σε έναν ζωντανό, δημιουργικό χώρο αφιερωμένο στην επεξεργασία μαλλιού και την παραδοσιακή υφαντική. Κεντρική σχεδιαστική πρόθεση αποτελεί η διατήρηση και η ανάδειξη της υπάρχουσας πέτρας, ώστε να προστατευτεί η ιστορική ταυτότητα του κελύφους, σε συνδυασμό με την προσθήκη σύγχρονων αρχιτεκτονικών στοιχείων που εντάσσονται αρμονικά στο σύνολο.

 Ο νέος χώρος φιλοξενεί ένα πλήρως λειτουργικό εργαστήριο, όπου το μαλλί πλένεται, επεξεργάζεται και μετατρέπεται σε νήμα, το οποίο στη συνέχεια χρησιμοποιείται για την κατασκευή υφαντών σε παραδοσιακούς αργαλειούς. Ο σχεδιασμός επιτρέπει τη συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία παραγωγής, δίνοντας έμφαση στην εκπαιδευτική και πολιτιστική διάσταση του έργου.

 Κεντρική ιδέα της πρότασης είναι ένα «κόκκινο νήμα», που εκφράζεται μέσω ενός μεταλλικού διαδρόμου κόκκινου χρώματος. Ο διάδρομος αυτός διατρέχει το κτήριο σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, ακολουθώντας τη διαδρομή της ύλης και του επισκέπτη: από την πρώτη ύλη έως το τελικό προϊόν. Παράλληλα, προσφέρει ένα αφηγηματικό πλαίσιο με αναφορές στην ιστορία του αργαλειού και της υφαντικής τέχνης.

 Το εσωτερικό οργανώνεται σε δύο κύριες αίθουσες  οι οποίες αφορούν την επεξεργασία του μαλλιού στη μία και την  ύφανση στην δεύτερη. Επίσης, υπάρχουν βοηθητικοί χώροι όπως WC και χώρος προσωπικού. Ακόμη, μέσα στο κτήριο έχει σχεδιαστεί ένα πωλητήριο όπου ο οποιοσδήποτε θα μπορεί να επισκεφτεί.  Η πρόταση στοχεύει στη δημιουργία ενός πόλου πολιτιστικής δραστηριότητας που ενισχύει τη σύνδεση του κοινού με την παράδοση και συμβάλλει στην αναζωογόνηση της τοπικής κοινότητας της Αγριάς.

Επιβλέπων: Καναρέλης Θεοκλής

Αριθμός Αναφοράς: 1128