





Η Κεφαλονιά ως κατ’ εξοχήν νήσος εγγενών δονήσεων και υπόβαθρο ενός ολέθριου σεισμού το 1953 έχει αναπόφευκτα απολέσει το πλεόνασμα του κτιριακού αποθέματος στο οποίο εντυπώνονταν τα αρχιτεκτονικά χνάρια του ιστορικού της παρελθόντος. Ως εκ τούτου, αυτά τα ελάχιστα εναπομείναντα τεκμήρια, που παραπαίουν διάσπαρτα στην κατάφυτη έκταση του νησιού, όχι μόνο χρήζουν διάσωσης από τη διαβρωτική επέλαση του χρόνου, μα κι ανάδειξης σε αυτόνομες οντότητες που δύνανται να εμφυσήσουν εντός τους ξανά έμβια πνοή, αναπτερώνοντας ταυτόχρονα και τους οικισμούς, τους οποίους απαρτίζουν.
Το θέμα της παρούσας διπλωματικής εργασίας πραγματεύεται τη σχεδιαστική απόπειρα ενός πνευματικού κέντρου καλλιτεχνικής δημιουργίας, ενός είδους σταθμού Καλών Τεχνών, στο οικόπεδο όπου εδράζονται τα σπαράγματα της προσεισμικής κατοικίας Βαλσαμάκη – Παρθένη, αποθεμένα στον προστατευτικό κλοιό ενός γηραιού ελαιώνα στον πυρήνα του οικισμού της Πεσσάδας. Εκεί όπου διέμεινε ο φημισμένος ζωγράφος για εύλογο χρονικό διάστημα φιλοτεχνώντας μια τοιχογραφία στο ανώθυρο της κεντρικής εισόδου, καθώς και πλήθος έργων εμπνευσμένων από την ιδιάζουσα ιδιοσυγκρασία του κεφαλληνιακού τοπίου. Πλέον, στον αύλειο χώρο της κατοικίας διοργανώνονται ετησίως θερινά καλλιτεχνικά δρώμενα από φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Εφόσον στο νησί καθίσταται αντιληπτή η εκκωφαντική απουσία εγκαταστάσεων που να διατελούν αξιοποιήσιμες ως εν δυνάμει καλλιτεχνικές κοιτίδες, απώτερoμέλημα της συγκεκριμένης μελέτης είναι η παραγωγή αρχιτεκτονικών διαμορφώσεων και συνόλων με απαρχή επιρροής το συνολικό ζωγραφικό πόνημα του Κ. Παρθένη, που να συνδράμουν στην εντατικοποίηση της επί τόπου συλλογικής εικαστικής δραστηριότητας, στη διακριτική ανάδειξη των προϋπαρχόντων ερειπίων όπως ανακύπτουν συνυφασμένα υπό το πρίσμα μιας ανανεωμένης χρήσης , αλλά και την αρμονική ένθεση των παραπάνω στην αρχετυπική ταυτότητα του νησιωτικού τοπίου.
Επιβλέπων: Μανωλίδης Κωνσταντίνος
Αριθμός Αναφοράς: 1102

Η παρούσα πρόταση αφορά στη δημιουργία Κέντρου Περίθαλψης Άγριων Ζώων στην Κρήτη με έδρα τα Χανιά, με σκοπό την κάλυψη της έλλειψης οργανωμένων και μόνιμων υποδομών για τη διάσωση και φροντίδα τραυματισμένων ή εξασθενημένων ζώων στο νησί. Στόχος του έργου είναι η δημιουργία ενός πλήρως λειτουργικού και αποτελεσματικού Κέντρου για την προστασία της κρητικής πανίδας, που θα συμβάλλει στην ενίσχυση της βιοποικιλότητας και θα προάγει την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση της κοινωνίας.
Η εγκατάστασή προβλέπεται να τοποθετηθεί μέσα στο Πάρκο Διάσωσης Χλωρίδας και Πανίδας του Πανεπιστημίου Κρήτης, μια περιοχή με πλούσια βιοποικιλότητα και υφιστάμενες υποδομές, οι οποίες θα διευκολύνουν τη λειτουργία του Κέντρου.
Οι εγκαταστάσεις περιλαμβάνουν χώρους περίθαλψης (ιατρεία, χειρουργεία, δωμάτια νοσηλείας, θερμούς θαλάμους), 15 κλωβούς (χώρους επανένταξης/προσαρμογής και αποκατάστασης) προσαρμοσμένους σε διαφορετικές κατηγορίες ζώων (πτηνά, θηλαστικά, ερπετά, αμφίβια), καθώς και ξενώνες για εθελοντές και αίθουσα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης.
Η μελέτη βασίστηκε σε εκτενή έρευνα υφιστάμενων κέντρων στην Ελλάδα (ΕΚΠΑΖ, ΑΝΙΜΑ, Δράση για την Άγρια Ζωή, ΑΛΚΥΟΝΗ, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, MOm), από τα οποία αντλήθηκαν πολύτιμες εμπειρίες και καλές πρακτικές.
Το Κέντρο θα διαρθρώνεται σε δύο βασικές ενότητες: Η πρώτη και μεγαλύτερη περιλαμβάνει τους μη προσβάσιμους για το κοινό χώρους φροντίδας των άγριων ζωών και η δεύτερη τους χώρους εξυπηρέτησης των χρηστών και τους χώρους ενημέρωσης του κοινού.
Η αρχιτεκτονική σύλληψη κατασκευής των κτισμάτων, εμπνευσμένη από έργο του αρχιτέκτονα Junya Ishigami, προτείνει την υπόσκαφη κατασκευή ενός καλουπιού που θα δεχτεί τη δόμηση από σκυρόδεμα. Η τελική όψη αποκτά γήινη υφή, ώστε το κτίσμα να εντάσσεται αρμονικά στο περιβάλλον και να μειώνεται το άγχος των ζώων που περιθάλπονται. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη χρήση φυτεμένων δωμάτων και φωτοβολταϊκών συστημάτων, με στόχο την ενεργειακή αυτάρκεια του συγκροτήματος.
Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν
Αριθμός Αναφοράς: 1166

Η παρούσα εργασία μελετά τον τρόπο με τον οποίο ένας σχολικό κήπος μπορεί να λειτουργήσει ως ένα μαθησιακό και πολιτισμικό εργαλείο στην προσχολική εκπαίδευση. Αφορά τον σχεδιασμό μιας σχολικής μονάδας που βασίζει την μαθησιακή της ταυτότητα σε ένα οικολογικό, ολιστικό και βιωματικό πλαίσιο. Αντί του συμβατικού μοντέλου σχολικής αυλής, με μια ελάχιστη ή μηδαμινή παρουσία πρασίνου, προτείνεται η δημιουργία ενός πολυθεματικού κήπου. Ένας τέτοιος κήπος που περιλαμβάνει τροπικά φυτά, ανθόκηπους, αρωματικά φυτά, οπωροφόρα δέντρα και κυρίως λαχανόκηπο, προσφέρει στα παιδιά ποικίλα βιώματα και ερεθίσματα , καθώς τα βοηθά να καταλάβουν τον κύκλο της ζωής, να φροντίσουν, να παρατηρήσουν, να εξερευνήσουν και να αποκτήσουν μια βαθιά οικολογική συνείδηση. Σε μιας τέτοιας δομής σχολικός χώρος, όπου ο κτιριακός σχεδιασμός και ο προαύλιος χώρος αλληλοσυμπληρώνονται, προάγεται η βιωματική και η διαθεματική μάθηση. Τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από την πράξη και την εμπειρία, ενώ παράλληλα αναπτύσσουν τις δεξιότητες της συνεργασίας, της υπευθυνότητας και της δημιουργικότητας, που είναι κρίσιμες για τη διάπλαση του χαρακτήρα τους.
Η εργασία εστιάζει στην περίπτωση της Ξάνθης. Μάλιστα, η επιλογή του λαχανόκηπου που αποκτά ειδικό νόημα στην πόλη αυτή, καθώς διαλέγεται με την ιστορική ταυτότητα των καπναποθηκών. Η μετάβαση από την καλλιέργεια του καπνού στην καλλιέργεια της τροφής είναι ένας βαθύς συμβολισμός της αλλαγής της νοοτροπίας: από το εμπόριο προς την αυτάρκεια, από την μονοκαλλιέργεια προς τη γνώση και την φροντίδα. Ο σχολικός κήπος συνδέει το σχολείο με την κοινωνία, καθώς είναι ένας μικρόκοσμος που φέρνει κοντά τη μάθηση, τη φύση και την τοπική ιστορία. Παράλληλα, συμβάλλει στη δημιουργία της ταυτότητας του παιδιού, ενώ του προσφέρει χώρο για να εκφραστεί ελεύθερα, να ερευνήσει και να πειραματιστεί.
Συνολικά, η εργασία δείχνει πως μια σχολική μονάδα μπορεί να αποτελέσει έναν ζωντανό ουσιαστικό χώρο αγωγής, στον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν να φροντίζουν, να σέβονται και να συμμετέχουν ενεργά στον κόσμο που τα περιβάλλει.
Λέξεις-κλειδιά: θεματικός κήπος
προσχολική εκπαίδευση
βιωματική μάθηση
περιβαλλοντική συνείδηση
τοπική ταυτότητα
σχολικός χώρος
Επιβλέποντες: Μάρου Θάλεια, Κουζούπη Ασπασία
Αριθμός Αναφοράς: 1167






Το παρόν πόνημα με τίτλο «Κοινωνικός Πυκνωτής, Κάλυψη αστικού κενού στη Θεσσαλονίκη» αφορά τη διπλωματική εργασία του φοιτητή Δαουλτζή Χρήστου, με επιβλέπουσα καθηγήτρια την κ. Ίρις Λυκουριώτη.
Το αστικό κενό δημιουργήθηκε έπειτα από την κατεδάφιση του κτηρίου της εμπορικής αγοράς που βρισκόταν στη συμβολή των οδών 25ης Μαρτίου και Βασ. Όλγας, στην περιοχή Ντεπώ, της Θεσσαλονίκης. Η αγορά χτίστηκε τον προηγούμενο αιώνα και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις κοινωνικοοικονομικές διεργασίες της περιοχής.
Αρχικά πραγματοποιήθηκε εμπεριστατωμένη έρευνα που αφορούσε όλα τα σημαντικά ιστορικά στοιχεία, που σημάδεψαν την πορεία της Θεσσαλονίκης, την πολεοδομική και τη ρυμοτομική εξέλιξη. Για τη μελέτη του οικοπέδου, ερευνήθηκε η ιστορία του και το ιδιοκτησιακό καθεστώς του κτηρίου. Ανακτήθηκαν τα σχέδια της εμπορικής αγοράς και οι πράξεις τακτοποίησης που το διέπουν και το διαμόρφωσαν. Ακολούθησε η ανάλυση της άμεσης περιοχής γύρω από το οικόπεδο, καθώς και της ευρύτερης περιοχής μελέτης.
Με βάση τη μελέτη των στοιχείων της έρευνας, διαμορφώθηκε η πρόταση για την κάλυψη του συγκεκριμένου αστικού κενού, η οποία αφορά την ανέγερση ενός κτηρίου που θα λειτουργεί ως κοινωνικός πυκνωτής.
Καθώς ο κόσμος «πύκνωνε» στο τότε εμπορικό κέντρο, κρίθηκε απαραίτητο το στοιχείο της αγοράς να διατηρηθεί. Επιπλέον, η έρευνα αποκάλυψε ότι, στην ευρύτερη περιοχή είχε προγραμματιστεί η ανοικοδόμηση σχολείων, που δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Η δημιουργία ενός κοινωνικού πυκνωτή, στοχεύει στη σύνδεση της οικονομικής και της εκπαιδευτικής διάστασης και προβλέπεται να συνδυάζει την εμπορική και την εκπαιδευτική δραστηριότητα, προσφέροντας έναν χώρο όπου θα λειτουργεί ως αγορά αλλά και ως ινστιτούτο κατάρτισης ενηλίκων, δημιουργώντας έναν ζωντανό πυρήνα κοινωνικής αλληλεπίδρασης και εξέλιξης.
Η συνέργια των δύο βασικών διαστάσεων, η μάθηση και η οικονομική δραστηριότητα, θα συνυπάρχουν, δημιουργώντας έναν κύκλο ανταλλαγής γνώσεων και αγαθών. Ο πολυμορφικός χαρακτήρας του κτηρίου και η πολυλειτουργικότητά του καθιστούν τη δημιουργία του κοινωνικού πυκνωτή ως την πιο πρόσφορη λύση, για την κάλυψη του συγκεκριμένου αστικού κενού, συμβάλλοντας παράλληλα στην κοινωνική ευμάρεια της περιοχής.
Επιβλέπουσα: Λυκουριώτη Ίρις
Αριθμός Αναφοράς: 1098

Απάντηση στις καταστροφικές πλημμύρες στον Βόλο τον Σεπτέμβριο του 2023. Η πρόταση βασίζεται στην ιδέα του ποταμού ως ρωγμής μέσα στον αστικό ιστό - μιας δυναμικής γραμμής που φέρει εντάσεις και επιτρέπει την εκτόνωση του νερού. Ο Κραυσίδωνας και ο Άναυρος εντοπίζονται ως τα σημεία «μηδέν» της πρότασης, καθώς γέφυρες-εστίες φραγής και συσσώρευσης φερτών υλικών προκάλεσαν πλημμύρες σε παρελθόντα και πρόσφατα συμβάντα.
Η παρέμβαση οργανώνεται ως ένα διπλό σύστημα υπέργειας και υπόγειας πεζής διαδρομής που ενώνει τα δύο ποτάμια, αξιοποιώντας υφιστάμενους πεζοδρόμους και ενισχύοντας τη σχέση ανθρώπου-νερού. Κάθε πεζόδρομος επιλέγεται βάσει θέσης, υψομέτρου και πυκνότητας εισόδων, και ανασχεδιάζεται με βάση έναν αλγόριθμο που καθορίζει τα υλικά, τη χάραξη, τη συλλογή βρόχινου νερού και την τοποθέτηση φωταγωγών.
Κεντρικό στοιχείο της πρότασης αποτελεί η έννοια της παρατήρησης του υδάτινου φαινομένου μέσω πύργων τοποθετημένων σε στρατηγικά σημεία. Παράλληλα, δημιουργούνται νέοι δημόσιοι χώροι γύρω από τους φωταγωγούς, με στόχο τη σύνδεση της καθημερινότητας με το φυσικό φαινόμενο της ροής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πεζόδρομος Γεράσιμου Βώκα, όπου διαμορφώνεται ένα υβριδικό κτίριο με πύργο εντός της κοίτης, και υπόγεια διαδρομή που επιτρέπει την κίνηση νερού και ανθρώπου με τρόπο ενσωματωμένο στον αστικό ιστό.
Στόχος του έργου είναι να προτείνει ένα επαναλήψιμο μοντέλο αστικής παρέμβασης για περιοχές που αντιμετωπίζουν παρόμοιες πλημμυρικές απειλές.
Επιβλέπων: Καναρέλης Θεοκλής
Αριθμός Αναφοράς: 1156






Το έργο αυτό αφορά ένα υπόσκαφο συγκρότημα το οποίο αποτελείται από 6 κατοικίες από ενός έως και τριών υπνοδωματίων, έτσι ώστε να ικανοποιεί όλα τα μεγέθη οικογενειών. Βρίσκεται στην Κύπρο στην περιοχή του Άγιου Αθανάσιου σε υψόμετρο περίπου 200μ. Το συγκρότημα είναι θαμμένο σε επίπεδο έδαφος και είναι χωρισμένο σε δύο υπο-συγκροτήματα με τις νότιες όψεις και των δύο να είναι εκτεθειμένες έτσι ώστε να δέχονται όσο περισσότερο φυσικό φωτισμό και αερισμό γίνεται, ενώ σε κάποιες από τις κατοικίες στο βόρειο τμήμα τους να υπάρχουν φυσικοί φωταγωγοί για να φωτίζονται και να αερίζονται χώροι όπως διάδρομοι και τουαλέτες. Όλες οι νότιες όψεις των κατοικιών καλύπτονται από έναν κοινό πρόβολο για προστασία από την έντονη ηλιακή ακτινοβολία κατά την διάρκεια του καλοκαιριού. Ενώ η κάθε κατοικία έχει δικό της προαύλιο τα οποία χωρίζονται χοντρές τοιχοποιίες καλυμμένες με χώμα, υπάρχει παράλληλα η δυνατότητα επικοινωνίας μέσω ανοιγμάτων τα οποία περνάνε μέσα από την κάθε τοιχοποιία. Η πρόσβαση σε κάθε κατοικία γίνεται μέσω από διάδρομους οι οποίοι άλλοτε περνάνε κάτω από το έδαφος και άλλοτε είναι ακάλυπτοι ενώ υπάρχει καλυμμένος χώρος στάθμευσης στον δυτικό τμήμα δίπλα στο δρόμο. Σκοπός του συγκροτήματος είναι να παρέχει άνεση και ηρεμία προς τους κατοίκους αλλά και να είναι αρμονικό ως προς το περιβάλλον και την γύρο περιοχή ενώ για έναν παρατηρητή το συγκρότημα είναι σχεδόν αόρατο από απόσταση. Στο έργο αυτό γίνεται ανάλυση της κάθε κάτοψης και του κάθε χώρου ταυτόχρονα γίνεται παρουσίαση κατασκευαστικών λεπτομερειών και δομικών υλικών και τέλος πραγματοποιείται ενεργειακός υπολογισμός όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας.
Επιβλέποντες: Καναρέλης Θεοκλής, Τσαγκρασούλης Aριστείδης
Αριθμός Αναφοράς: 1129






Το “Κύμα” βρίσκεται στο παραλιακό μέτωπο της Γλυφάδας, στο ύψος των “Αστεριών” και αποτελεί ένα πολυλειτουργικό χώρο που προσφέρει διάφορες δραστηριότητες.
Αρχιτεκτονικά η πρόταση αποτελείται από δύο κύρια μονοπάτια πρόσβασης περιμετρικά του οικοπέδου, ένα για πεζούς και ένα για ποδηλάτες. Εντός του πάρκου έχουν κατασκευαστεί 5 κυματοειδή τοιχία, που δημιουργούν μία διαφορετική εντύπωση στα μάτια των επισκεπτών, καθώς η οπτική προς την θάλασσα αλλά και το υπόλοιπο πάρκο αλλάζει ανάλογα με την θέση του καθενός. Επιπλέον, έχουν κατασκευαστεί 2 pavilions. Το πρώτο, βρίσκεται δυτικά του οικοπέδου, είναι έκτασης 490 τετραγωνικών μέτρων και χωρίζεται σε 3 κύρια μέρη. Στο κάθε μέρος έχουν τοποθετηθεί sound spot ηχεία στην οροφή και έτσι οι επισκέπτες μπορούν να βάλουν οποιαδήποτε μουσική επιθυμούν, ανάλογα την δραστηριότητα που θέλουν να κάνουν (γυμναστική, παραδοσιακούς χορούς, ανάγνωση-μελέτη βιβλίων κλπ.). Το δεύτερο βρίσκεται ανατολικά, καλύπτει 350 τετραγωνικά μέτρα και αποτελείται από 2 κύρια μέρη, τον διάδρομο εκθέσεων και τον χώρο του εργαστηρίου ζωγραφικής, όπου βρίσκονται 2 μεγάλα τραπέζια, στα οποία μπορούν να δουλεύουν πολλά άτομα παράλληλα στον ίδιο καμβά για την παραγωγή των έργων τους. Τέλος, έχει κατασκευαστεί μία κολυμβητική δεξαμενή η οποία είναι συγκοινωνούν δοχείο με το νερό της θάλασσας, όπου οι επισκέπτες μπορούν να κολυμπήσουν με ασφάλεια σε ελεγχόμενες συνθήκες που δεν επηρεάζονται από τον καιρό.
Την πιο σημαντική χρήση του πάρκου αποτελεί η προσφορά ποιοτικού δημόσιου υπαίθριου χώρου. Το “Κύμα” διαθέτει κατασκευές σε όλη την έκτασή του οι οποίες δημιουργούν χώρους χαλάρωσης, δημιουργικότητας και κοινωνικοποίησης με πανοραμική θέα στον κόλπο του Σαρωνικού.
Κατά τον σχεδιασμό, προτεραιότητα αποτέλεσε η διατήρηση των φυσικών στοιχείων που βρίσκονται στο οικόπεδο, όπως τα δέντρα, αλλά και η χρήση υλικών φιλικά προς το περιβάλλον και ανθεκτικά στο χρόνο. Έτσι, τα κύρια υλικά που χρησιμοποιήθηκαν είναι χώμα, πέτρα, χαλίκι, ξύλο και οικολογικό μπετόν. Στόχος είναι το πάρκο, να γίνει ένα σημαντικό κοινωνικό τοπόσημο, προσφέροντας στους πολίτες ποικιλία δραστηριοτήτων σε ένα φυσικό περιβάλλον, ενισχύοντας την οικολογική τους συνείδηση.
Επιβλέπων: Remy Nicolas
Αριθμός Αναφοράς: 1130

Το θέμα της διπλωματικής εργασίας πραγματεύεται την ανάπλαση ενός πρώην αιολικού πάρκου στο αγροτικό τοπίο του Καφηρέα, γνωστό και ως Κάβο Ντόρο, στην Νότια Εύβοια.
Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια ημί-ορεινή εδαφική έκταση, όπου μετά από αρκετά χρόνια εγκατάλειψης των ανενεργών μηχανών οι αρμόδιοι μάζεψαν τα βιομηχανικά απόβλητα των ανεμογεννητριών, εκτέλεσαν χωματουργικές εργασίες, αφήνοντας πίσω τους επιχωματωμένες πλατείες από αδρανή υλικά. Αναθεωρώντας τις αφηγήσεις και τα εργαλεία του σχεδιασμού, η συνθετική πρόταση επιδιώκει την αντιστροφή αυτού του βαθιά αρνητικού οικολογικού αποτυπώματος, με σκοπό την επανακατοίκιση του τοπίου από τον άνθρωπο και τα ζώα, καθώς και την επούλωση της φύσης, δημιουργώντας έναν Μετά-Βιομηχανικό Βοσκότοπο.
Η προσέγγιση του σχεδιασμού αποτελεί μια διαδικασία σε συνεχή μεταβολή, δεν στοχεύει σε ένα τελικό, μόνιμο αποτέλεσμα, αλλά σε μια δυναμική σχέση με το χρόνο, τη φύση και τη φθορά. Δεν επιχειρείται τόσο η συνθετική τεκμηρίωση μιας κατασκευής όσο μια στρατηγική αποκατάστασης του τοπίου μέσω ενσώματων πειραματισμών, καθώς και η προσπάθεια συμβίωσης με τις τεχνολογικές υποδομές.
H ερμηνεία της παρούσας διπλωματικής στην έννοια των συντροφικών ειδών (Donna Haraway) μας καλεί να εξετάσουμε τις μηχανές ως δυνητικούς συντρόφους στο περιβάλλον μας. Ακριβώς όπως οι άνθρωποι συνυπάρχουν με άλλα είδη και διαμορφώνουν σχέσεις αμοιβαίας επιρροής, η παρουσία των μηχανών στο τοπίο μπορεί να θεωρηθεί ως μια μορφή συντροφικότητας που διαμορφώνει τη δυναμική του οικοσυστήματος. Όχι στα πλαίσια ενός “εταιρικού εξωραϊσμού”, αλλά στην πράξη φροντίδας και κριτικής επανένταξης των μηχανών στη συλλογική οικολογική ιστορία.
Οι άνθρωποι, τα ζώα και οι μηχανές μοιραζόμαστε το ίδιο έδαφος, συνδιαμορφώνοντας τον Καφηρέα. Οι σχέσεις αυτές ίσως να μοιάζουν ρομαντικές ή εξιδανικευμένες∙ είναι περίπλοκες, αμοιβαίες, συχνά συγκρουσιακές, αλλά δημιουργούν γόνιμο έδαφος για το αρχιτεκτονικό “γίγνεσθαι” .
Τέλος, το αποτέλεσμα της εργασίας προσπαθεί να μας υπενθυμίσει πως τα εργαλεία της αρχιτεκτονικής μπορούν να λειτουργήσουν όχι μόνο ως μέσα νέων τρόπων κατασκευής, αλλά ως άνοιγμα σε νέες, απρόβλεπτες μορφές ζωής.
Επιβλέπων: Μητρούλιας Γεώργιος
Αριθμός Αναφοράς: 1188
