Arch.Uth Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Arch.Uth UTH.gr English

 Κατά τη διάρκεια ενός επικίνδυνου και συχνά καταστροφικού συμβάντος στον αστικό ιστό (σεισμός, πλημμύρα, πυρκαγιά, βιομηχανικό ατύχημα), ενεργοποιείται ένας εκτεταμένος επιχειρησιακός μηχανισμός πολιτικής προστασίας με στόχο την άμεση καταφυγή και τον προσωρινό καταυλισμό των πληγέντων. Ωστόσο, η συμβατική αυτή αντιμετώπιση παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα: δυσκολίες μεταφορών, υπερσυγκέντρωση ανθρώπινου και υλικού δυναμικού σε ανέτοιμους χώρους και αδυναμία εξασφάλισης αξιοπρεπών συνθηκών στέγασης και φροντίδας, ακόμα και για σύντομο χρονικό διάστημα.

 Ο αστικός και πολεοδομικός σχεδιασμός μπορεί να καλύψει αυτό το κενό. Μέσω κατάλληλου προγραμματισμού, είναι δυνατόν να δημιουργηθούν μόνιμες δομές καταφυγής και καταυλισμού σε στρατηγικά σημεία του δημόσιου χώρου, οι οποίες θα εξυπηρετούν τις ανάγκες αντιμετώπισης κινδύνων σε μόνιμη βάση, χωρίς να περιορίζονται σε έκτακτες λύσεις, ενώ ταυτόχρονα θα καλύπτουν και άλλες δημοτικές ανάγκες, διατηρώντας τον δημόσιο χαρακτήρα τους.

 Η διπλωματική εργασία προτείνει ένα πιλοτικό πρόγραμμα αστικής ανθεκτικότητας στον περιβάλλοντα χώρο του Κατρακείου Θεάτρου στη Νίκαια. Μετά από ανάλυση της γεω-κοινωνικής τρωτότητας της Αθήνας, των υφιστάμενων χώρων καταυλισμού και της πολιτισμικής κληρονομιάς της περιοχής (πρώην λατομεία), η πρόταση χωρίζεται σε τρεις τομείς:

1.         Τομέας Α (Logistics & Parking): διοικητικό κέντρο, αποθήκες, ελικοδρόμιο και πάρκινγκ με φωτοβολταϊκά.

2.         Τομέας Β (Στέγαστρο 200+ ατόμων): κεντρικό στέγαστρο φιλοξενίας, εστιατόρια, χώρους υγιεινής, ιατρεία και κέντρο ψυχολογικής υποστήριξης.

3.         Τομέας Γ (Κτίρια 50+ ατόμων): δύο διώροφα κτίρια με δωμάτια και πλήρη προσβασιμότητα για συνολικά 250+ άτομα.

 Το πρόγραμμα εξασφαλίζει πολυλειτουργική χρήση καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Οι δομές, σχεδιασμένες για άμεση ανταπόκριση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, λειτουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους σε ήπια λειτουργία, συμπληρώνοντας τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές δομές της περιοχής .Με αυτόν τον τρόπο, η εργασία προτείνει μια νέα αντίληψη για την αστική ανθεκτικότητα σε διαδημοτικό επίπεδο, συνδέοντάς την με τις πραγματικές ανάγκες του δημότη. Έτσι, εξασφαλίζεται η συνεχής συντήρηση και ετοιμότητα των υποδομών, ενώ ταυτόχρονα μετατοπίζεται η έμφαση από την διαχειριστική αντίληψη σε μια προληπτική, πολυλειτουργική και πραγματικά ανθεκτική αστική πολιτική που μπορεί να εμπνεύσει πιλοτικά και άλλες περιοχές με παρόμοια χαρακτηριστικά.

Λέξεις κλειδιά:Προληπτικός αστικός σχεδιασμός, Αστική ανθεκτικότητα, Αρχιτεκτονική έκτακτης ανάγκης, Πολυλειτουργικότητα, Αστική μνήμη και γεωμορφολογία.

Επιβλέποντες: Μπουρδάκης Βασίλης, Τσαγκρασούλης Aριστείδης

Αριθμός Αναφοράς: 1238

 

 Η προτεινόμενη διπλωματική εργασία αφορά το ναό του Επικούριου Απόλλωνα και τον αρχαιολογικό χώρο στις Βάσσες Φιγαλείας. Ερευνώντας το ιστορικό παρελθόν αλλά και την υφιστάμενη κατάστασή της περιοχής, θα προταθεί μία ολοκληρωμένη σχεδιαστική παρέμβαση με στόχο τη βελτίωση της εμπειρίας του παρατηρητή-επισκέπτη στον χώρο, διατηρώντας όμως παράλληλα την αρχαιολογική του ακεραιότητα.

 Βασικά σημεία αυτής της πρότασης θα είναι ο σχεδιασμός μουσειακού χώρου ο οποίος θα περιλαμβάνει μονάδες εργαστηρίων και συντήρησης μνημείων, εκδοτήριο εισιτηρίων, πωλητήριο και εκθεσιακούς χώρους με κέντρο ενημέρωσης για τον αρχαιολογικό χώρο. Πιο συγκεκριμένα, το κτήριο του μουσείου θα λειτουργεί όχι μόνο ως αποθετήριο επιλεγμένων μνημειακών συνόλων, αλλά και ως γέφυρα μεταξύ της απόσπασης και της επανένταξης των ευρημάτων της περιοχής. Στεγάζοντας τα ευρήματα στον μουσειακό αυτόν χώρο, η πρόταση θα στοχεύσει στην εμβάθυνση της κατανόησης της ιστορίας του αρχαιολογικού χώρου μέσω της κατά το δυνατόν επανένταξης των ευρημάτων του κοντά σε αυτόν.

Λέξεις κλειδιά: Ναός Επικούριου Απόλλωνα, Αρχαιολογικά ευρήματα, Απόσπαση και επανένταξη μνημείων, Υπόσκαφο κτίριο, Εκθεσιακός χώρος

Επιβλέπων: Καναρέλης Θεοκλής

Αριθμός Αναφοράς: 1218

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική πρόταση για τον σχεδιασμό ενός σύγχρονου συγκροτήματος φοιτητικών εστιών στο κέντρο των Τρικάλων, στην Περιφέρεια Θεσσαλίας. Ανταποκρινόμενο στην οξυμένη στεγαστική κρίση και στη σοβαρή έλλειψη υποδομών φοιτητικής μέριμνας στην περιοχή, το έργο στοχεύει στη δημιουργία μιας ενεργής και συμπεριληπτικής ακαδημαϊκής κοινότητας. Το οικόπεδο, συνολικού εμβαδού 15.144 τ.μ., χωροθετείται στρατηγικά ακριβώς πίσω από τις εγκαταστάσεις της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών (Σ.Μ.Υ.). Η επιλογή αυτή επιδιώκει τη χωρική και κοινωνική ενσωμάτωση των φοιτητών στον αστικό ιστό, υποστηρίζοντας την τοπική κοινωνία και δημιουργώντας ένα ισχυρό κίνητρο για την προσέλκυση νέων πανεπιστημιακών τμημάτων στην πόλη.

 Κεντρικό άξονα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης αποτελεί η ογκοπλαστική διάταξη σε σχήμα «Π», η οποία οργανώνει την αυστηρή γεωμετρία του κτηρίου γύρω από μια ευρύχωρη, προστατευμένη κεντρική αυλή. Το σχήμα αυτό λειτουργεί ως ένα χωρικό «φίλτρο», επιτρέποντας την ομαλή μετάβαση από τον δυναμικό δημόσιο χώρο στον ήσυχο, ιδιωτικό χώρο κατοίκησης. Το ισόγειο λειτουργεί ως ο κοινωνικός πυρήνας του συγκροτήματος, παραλαμβάνοντας αποκλειστικά κοινόχρηστες χρήσεις υψηλών προδιαγραφών (εστιατόριο, βιβλιοθήκη, γυμναστήριο, ιατρεία), οι οποίες ανοίγονται άμεσα προς την εσωτερική πλατεία. Στους τέσσερις ανώτερους ορόφους αναπτύσσεται η ιδιωτική ζώνη, προσφέροντας ποιοτικούς χώρους διαβίωσης σε 237 φοιτητές. Η καθολική προσβασιμότητα αποτελεί θεμελιώδη αρχή του σχεδιασμού, εξασφαλίζοντας ανεμπόδιστη κίνηση παντού και ενσωματώνοντας τέσσερα πλήρως εξοπλισμένα δωμάτια για άτομα με αναπηρία (ΑΜΕΑ) αποκλειστικά στους χαμηλότερους ορόφους (Α' και Β') για λόγους ασφαλείας και άμεσης πρόσβασης.

 Κατασκευαστικά και μορφολογικά, το κτήριο αναδεικνύει την ειλικρίνεια των υλικών του. Αντλώντας διδάγματα από τις πρόσφατες καταστροφικές πλημμύρες στον θεσσαλικό κάμπο το 2023, ο σχεδιασμός προτάσσει την κλιματική ανθεκτικότητα. Η κατασκευή ανυψώνεται στο επίπεδο του +1.02 μ., ενώ αποκλείεται παντελώς η δημιουργία υπογείων, επιτρέποντας στο ισόγειο να λειτουργήσει δυνητικά ως ασφαλές καταφύγιο για την πόλη σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Ο ορθολογικός αρχιτεκτονικός σχεδιασμός ολοκληρώνεται με τη στρατηγική επιλογή του νοτιοανατολικού προσανατολισμού που εξασφαλίζει διαμπερή αερισμό και μέγιστο φυσικό φωτισμό, ενώ η προσθήκη εκτατικών πράσινων δωμάτων λειτουργεί επικουρικά ως παθητικός βιοκλιματικός μηχανισμός μόνωσης. Συνολικά, η εργασία παραδίδει ένα στιβαρό αρχιτεκτονικό έργο, σχεδιασμένο με κοινωνική ενσυναίσθηση και βαθιά κατανόηση του τόπου.

Λέξεις κλειδιά: Κοινότητα, Συμπερίληψη, Εκπαιδευτική αναβάθμιση, Αστική ανθεκτικότητα, Κεντρική αυλή

Επιβλέπων: Μανωλίδης Κωνσταντίνος

Αριθμός Αναφοράς: 1253

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται τον επανασχεδιασμό της εμπειρίας κατοίκησης στον Γέρακα Αττικής, προτείνοντας ένα κτίριο μικτής χρήσης που απαντά τόσο στις στεγαστικές όσο και στις κοινωνικές ανάγκες του προαστίου. Στόχος είναι η δημιουργία ενός βιώσιμου μοντέλου  διαβίωσης, όπου το φυσικό φως και η συλλογικότητα λειτουργούν ως πρωτεύοντα συνθετικά εργαλεία.

 Το κτιριολογικό πρόγραμμα οργανώνεται καθ’ ύψος με σαφή λειτουργικό διαχωρισμό. Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος φιλοξενούν χρήσεις που εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες των κατοίκων και αλληλεπιδρούν με τον αστικό ιστό: κέντρο προσχολικής αγωγής για την υποστήριξη των εργαζόμενων γονέων, super market και γυμναστήριο με καφέ που συνομιλούν με το γειτονικό Αθλητικό Κέντρο. Στους ανώτερους ορόφους (2ος, 3ος) αναπτύσσονται οι κατοικίες. Κεντρική ιδέα της σύνθεσης αποτελεί η εισαγωγή ενός συστήματος αιθρίων που διαρρηγνύει τον κτιριακό όγκο. Το κεντρικό αίθριο λειτουργεί ως πυρήνας κινήσεων και εισόδου στα διαμερίσματα, ενώ μικρότερα, ιδιωτικά  αίθρια, ένα  για   κάθε  κατοικία, εξασφαλίζουν την απαραίτητη ιδιωτικότητα και  τον διαμπερή φωτισμό/αερισμό κάθε μονάδας ξεχωριστά.

 Η αρχιτεκτονική σύνθεση τεκμηριώνεται επιστημονικά μέσω ενεργειακής μελέτης (ΤΕΕ ΚΕΝΑΚ) και εκτενούς βιοκλιματικής ανάλυσης με το λογισμικό Climate Studio. Μορφολογικά, η πρόταση χαρακτηρίζεται από τη χρήση πατητής τσιμεντοκονίας σε γήινη απόχρωση τερακότας, επιλογή που προσδίδει  υλικότητα και εντάσσει αρμονικά τον κτιριακό όγκο στο περιβάλλον.

 

Λέξεις κλειδιά: Μικτή χρήση, αίθριο, βιοκλιματικός σχεδιασμός, φυσικός φωτισμός, αστική κατοίκηση

Επιβλέποντες: Καναρέλης Θεοκλής, Τσαγκρασούλης Aριστείδης

Αριθμός Αναφοράς: 1217

 

 Ο Canter υποστηρίζει πως η έννοια του θεραπευτικού περιβάλλοντος έχει διττή σημασία. Η μια ως χώρος που προορίζεται για θεραπεία ενώ η άλλη ως ένας χώρος που θεραπεύει χωρίς να είναι αυτή η αρχική του πρόθεση.

 Ο Φουκώ περιγράφει πώς στον μεσαίωνα οι “τρελοί” στοιβάζονταν σε πλοία με άγνωστο προορισμό, το πώς η ψυχική διαταραχή γίνεται έννοια ταυτόσημη με αυτή του εγκλεισμού, της κοινωνικής περιθωριοποίησης, της αρρώστιας, της εξαθλίωσης, της κακομεταχείρισης και αποκαλύπτει το πόσο μία κοινωνία βασισμένη στη λογική κλονίζεται σε τέτοιο βαθμό από την ύπαρξη του μη-λογικού.

 Σε έναν κόσμο με γρήγορους ρυθμούς , αυξανόμενα κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά προβλήματα καθώς και πρωτόγνωρα υγειονομικά και κοινωνικά φαινόμενα όπως η πανδημία Covid-19 έχουν φέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία και το πως η αρχιτεκτονική κρίνεται να ανταποκριθεί στις εξελίξεις αυτές. Η έννοια της αυτοφροντίδας παρατηρείται πως υιοθετείται όλο και περισσότερο σε περιόδους οικονομικής και κοινωνικής μη-ευημερίας. Ενώ παρατηρείται αύξηση των ατόμων που στρέφονται στην ψυχοθεραπεία και στην ψυχιατρική επιστήμη, οι σταθεροποιημένοι χρόνια ψυχιατρικοί ασθενείς βασίζονται σε μικρά και συχνά ελλιπή προγράμματα με λίγες ευκαιρίες για κοινωνικοποίηση,επανένταξη,ενδυνάμωση και ανάκτηση  κοινωνικών δεξιοτήτων ενώ το στίγμα ψυχικής υγείας συνεχίζει να υπάρχει παρόλο που γίνονται σημαντικές προσπάθειες εξάλειψης του.

 Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται τον χώρο θεραπείας της ψυχής καθώς και προαγωγής της ψυχικής υγείας με μια πρόταση ενός σεναρίου Κέντρου Ημέρας ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης στo παλαιό Λατομείο στη Γορίτσα Βόλου. Μέσα από δίπολα όπως  πλήρες-κενό,εσωτερικό-εξωτερικό,φως-σκιά, ιδιωτικό-δημόσιο, φυσικό και δομημένο τοπίο, γίνεται προσπάθεια μελέτης και επαναπροσδιορισμού των χώρων που αφορούν την ψυχική υγεία απαλλαγμένων από στοιχεία ασύλου, με επίκεντρο το άτομο σε συνάρτηση με τους γύρω του, το φυσικό αλλά και το δομημένο περιβάλλον, στο όριο μεταξύ πόλης,λόφου και θάλασσας.

 

Λέξεις κλειδιά :  ίαση, υπολειμματικό τοπίο , κενό-πλήρες, πορώδες, αντιθετικά τοπία

Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν

Αριθμός Αναφοράς: 1202

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται την αρχιτεκτονική διάσταση των προσφυγικών καταυλισμών, προσεγγίζοντάς τους όχι ως εφήμερες εγκαταστάσεις, αλλά ως σύνθετα χωρικά συστήματα που μεταβάλλονται δυναμικά σε συνάρτηση με τον χρόνο. Η έρευνα εστιάζει στον προσφυγικό καταυλισμό του Νταντάαμπ στην Κένυα, μία από τις μεγαλύτερες προσφυγικές δομές παγκοσμίως, και αποτελεί συνέχεια πρότερης ερευνητικής εργασίας που εξέτασε το προφίλ των εκτοπισμένων πληθυσμών και το ευρύτερο γεωγραφικό υπόβαθρο της περιοχής.

 Η μεθοδολογική προσέγγιση βασίστηκε στη συγκριτική μελέτη 40 διαφορετικών τύπων καταφυγίων σε διεθνές επίπεδο, καθώς και στην ανάλυση βιβλιογραφικών πηγών και οπτικοακουστικού υλικού. Η ανάλυση ανέδειξε τις ελλείψεις στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης- αποκατάστασης και την ανάγκη για υποδομές που προάγουν την αυτονόμηση των προσφύγων. Ως εκ τούτου, ο σχεδιασμός επικεντρώνεται στη δημιουργία τυποποιημένων μονάδων επαγγελματικής κατάρτισης, οι οποίες λειτουργούν ως το ενδιάμεσο στάδιο μετάβασης από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην κοινωνική και οικονομική ανάκαμψη.

Ειδικότερα, προτείνεται ο σχεδιασμός έξι εξειδικευμένων μονάδων:

1. Μονάδα γεωργίας,

2. Μονάδα ραπτικής και υφασμάτων,

3. Μονάδα κατασκευής,

4. Μονάδα νοσηλευτικής

5. Μονάδα διδασκαλίας, και

6. Μονάδα κτηνοτροφίας.

 Οι μονάδες αυτές έχουν διττό χαρακτήρα, λειτουργώντας ταυτόχρονα  ως εκπαιδευτικά κέντρα και συλλογικά εργαστήρια παραγωγής. Η αρχιτεκτονική τους πρόταση βασίζεται στη χρήση τοπικών υλικών και τεχνικών χαμηλής τεχνολογίας (low-tech), εξασφαλίζοντας την ενσωμάτωσή τους στο άμεσο περιβάλλον και τη δυνατότητα αναπαραγωγής τους ως πρότυπα και σε άλλες περιοχές εγκατάστασης. Στόχος της πρότασης είναι η κοινωνική ενδυνάμωση των εκτοπισμένων, η καλλιέργεια δεξιοτήτων που ανταποκρίνονται στην τοπική αγορά εργασίας και η σταδιακή ένταξή τους στον οικονομικό ιστό, μετατρέποντας τον καταυλισμό σε έναν χώρο δημιουργικής εξέλιξης και βιωσιμότητας.

5 Λέξεις Κλειδιά: προσφυγικοί καταυλισμοί, εκτοπισμός, τυποποιημένες μονάδες, τοπική αρχιτεκτονική, ανθρωποκεντρικός σχεδιασμός

Επιβλέπων: Ψυχογυιός Δημήτρης

Αριθμός Αναφοράς: 1198

 

 Ένας Υπεραστικός Σταθμός Κ.Τ.Ε.Λ. αποτελεί κομβικό σημείο κάθε πόλης, εξυπηρετεί  τόσο τον τοπικό πληθυσμό και τους εργαζόμενος όσο και τους επισκέπτες, και είναι ο βασικός τρόπος μετακίνησης ανάμεσα στις πόλεις.

 Η Ρόδος είναι το μεγαλύτερο νησί του νομού Δωδεκανήσου και η πρωτεύουσα του. Είναι ο αναγκαίος σταθμός για κατοίκους των Δωδεκανήσων και ταξιδιώτες αφού διαθέτει αεροδρόμιο και συνδέεται με τα υπόλοιπα νησιά μέσω λιμενικών δικτύων. Ως εκ τούτου η ύπαρξη ενός άρτιου σταθμού Κ.Τ.Ε.Λ είναι ζήτημα καίριας σημασίας.

 Ο υφιστάμενος σταθμός Κ.Τ.Ε.Λ Ρόδου περιλαμβάνει το κτήριο έκδοσης εισιτηρίων και η αναχώρηση των λεωφορείων γίνεται από το πεζοδρόμιο της οδού Αβέρωφ, παρεμποδίζοντας την ομαλή κίνηση πεζών και οχημάτων στο οδικό δίκτυο της πόλης. Επιπρόσθετα η απουσία επαρκούς χώρου αναμονής για το επιβατικό κοινό δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες, ιδιαίτερα τις μέρες με ακραία καιρικά φαινόμενα. Ένα δεύτερο πρόβλημα που εντοπίζεται, το οποίο συχνά δημιουργεί σύγχυση στους επιβάτες, είναι ότι υπάρχουν δευτερεύουσες αποβάθρες αναχώρησής σε διαφορετικά σημεία σε σημαντική απόσταση από την κεντρική αφετηρία του σταθμού Κ.Τ.Ε.Λ. Τα γραφεία διοίκησης είναι επίσης απομακρυσμένα από την κεντρική αφετηρία. Η επίλυση των παραπάνω προβλημάτων αποτελεί βασικό στόχο αυτής της διπλωματική εργασίας.

 Η πόλης της Ρόδου διαθέτει τρία λιμάνια, για επιβατικά πλοία και σκάφη αναψυχής. Για τη χωροθέτηση του προτεινόμενου σταθμού Κ.Τ.Ε.Λ. επιλέγεται το οικοδομικό τετράγωνο που βρίσκεται στο μέσο της απόστασης μεταξύ των λιμανιών της Ρόδου επί των οδών Αυστραλίας και Καναδά. Η παρούσα διπλωματική αποσκοπεί στον σχεδιασμό μίας ολοκληρωμένης υποδομής που ενσωματώνει της απαραίτητες λειτουργίες ενός σταθμού Κ.Τ.Ε.Λ σε ένα ενιαίο κτήριο. Για τον σχεδιασμό του κτιρίου έμπνευση αποτελεί η αρχιτεκτονική των Δωδεκανήσων όπου το βασικό αρχιτεκτονικό μορφολογικό στοιχείο φαίνεται να είναι το τόξο σε διάφορες μορφές του, σε παλαιότερα και σε νεότερα κτίρια.

Λέξεις κλειδιά: Συγκοινωνιακός Κόμβος, Λεωφορείο, Τροχιά Στροφής, Δωδεκανησιακή Αρχιτεκτονική, Τόξο

Επιβλέπουσα: Συμεωνίδου Ιωάννα

Αριθμός Αναφοράς: 1210

 

 Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη δημιουργία ενός πρότυπου Κέντρου Υφαντικής στην πόλη του Βόλου, το οποίο φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ένας δυναμικός πυρήνας πειραματισμού και διάδοσης της υφαντικής τέχνης στην Ελλάδα. Μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση, η έρευνα επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει την παραδοσιακή χειροτεχνία, εντάσσοντάς την σε ένα κοινό πλαίσιο ανάμεσα στη σύγχρονης εικαστική δημιουργίας και στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Στο θεωρητικό μέρος αναλύεται το ιστορικό και κοινωνικό υπόβαθρο της ύφανσης, εξερευνώνται έννοιες όπως η γεωγραφία της παράδοσης, το διακοσμητικό στοιχείο, το ζήτημα της έμφυλης διάστασης της εργασίας («θηλυκός τεχνίτης»), καθώς και η υλικότητα της αφής ως θεμελιώδες συνθετικό στοιχείο. Παράλληλα εξετάζεται η βαθύτερη σχέση ανάμεσα στην υφαντική, την τέχνη και την αρχιτεκτονική, αναδεικνύοντας πώς η έννοια του «ιστού» και του πλέγματος μπορεί να μεταφραστεί σε χωρική δομή.

 Η αρχιτεκτονική φιλοσοφία του Κέντρου Υφαντικής στον Βόλο βασίζεται στη δημιουργία ενός κοινού σκελετού συνεργασίας που γεφυρώνει την παράδοση με τη σύγχρονη εποχή. Ο σχεδιασμός του κτιρίου αντανακλά τη δομή ενός υφαντού ιστού, όπου οι επιμέρους λειτουργίες συν-υφαίνονται αρμονικά μεταξύ τους, ενισχύοντας την κοινωνική αλληλεπίδραση και τον ανοιχτό διάλογο. Το πρόγραμμα του Κέντρου περιλαμβάνει εξειδικευμένους χώρους μάθησης και παραγωγής, όπως εργαστήρια, αίθουσες σεμιναρίων και ζώνες πειραματικής έρευνας. Επιπλέον, ενσωματώνονται δομές για προγράμματα καλλιτεχνικής φιλοξενίας (srtist residencies) για δασκάλους και επισκέπτες καλλιτέχνες, εκθεσιακός χώρος για την προβολή των έργων, καθώς και εμπορικό κατάστημα. Με αυτόν τον τρόπο η αρχιτεκτονική του Κέντρου δεν αποτελεί απλώς ένα κέλυφος στέγασης, αλλά μετατρέπεται σε ένα ζωντανό εργαλείο έκφρασης που αναλύει και επανεξετάζει τη σχέση του χώρου με την κοινωνική δομή, λειτουργώντας σε άμεση δικτύωση με άλλα εργαστήρια πανελλαδικά.

Λέξεις κλειδιά: Κοινο-xωρητικότητα, Συνέργεια,Επαναπροσδιορισμός της παραδοσιακήςχειροτεχνίας, Διαδρομή, Ιστός

Επιβλέπουσα: Παραφόρου Φανή

Αριθμός Αναφοράς: 1234