
Η παρούσα διπλωματική διερευνά την ενεργοποίηση των αστικών κενών μέσα από διαδικασίες μετασχηματισμού υλικών υπολειμμάτων, προτείνοντας τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης ανθρώπου, φύσης και πόλης.
Μέσω μιας διαδικαστικής μεθοδολογίας διερευνάται η σχέση σώματος και ύλης μέσα από την οποία το κομπόστ αναδύεται ως μέσο και τρόπος εφαρμογής. Ακολουθεί μια πορεία από το οικείο προς το συλλογικό, από το ιδιωτικό προς το δημόσιο, από τη μικρή κλίμακα του δωματίου προς την κλίμακα της γειτονιάς και του αστικού κενού.
Στο πρώτο μέρος, το δωμάτιο ορίζεται ως ένα αρχικό πεδίο διερεύνησης, στο οποίο επιχειρείται η έναρξη ενός διαλόγου και η αναζήτηση μιας κοινής γλώσσας και εννοιολογικού πλαισίου. Πρόκειται για μια φάση προετοιμασίας, στην οποία παράγονται τα εργαλεία σκέψης και οι όροι με τους οποίους εργαζόμαστε στη συνέχεια.
Στο δεύτερο μέρος η διερεύνηση μεταφέρεται, από το εσωτερικό πεδίο του δωματίου, στο αστικό τοπίο της Αθήνας. Συγκεκριμένα σε ένα κενό οικόπεδο της Νεάπολης Εξαρχείων, στην διασταύρωση των οδών Λασκάρεως και Ιπποκράτους το οποίο προσεγγίζεται ως τρίτο τοπίο σύμφωνα με τη διατύπωση του Gilles Clement, δηλαδή ως ένας υπολειμματικός χώρος. Η ανάλυση των υφιστάμενων υλικών, του οικοσυστήματος, των χρονικών στρωμάτων του χώρου και των υπολειμμάτων της γειτονιάς οδηγεί στην επιλογή του κομπόστ ως διαδικασία ενεργοποίησης του εδάφους.
Λειτουργώντας ως μηχανή τόσο κυριολεκτικά όσο και εννοιολογικά, συνδέει το κενό οικόπεδο με τη γειτονιά, επιχειρείται ο επαναπροσδιορισμός της σχέσης ανθρώπου και φύσης εντός του αστικού ιστού.
Λέξεις Κλειδιά: δωμάτιο, το τρίτο τοπίο, το τρίτο δωμάτιο, ύλη, κομπόστ, εμπλοκή
Επιβλέποντες: Γαβρήλου Έβελυν, Κοσμά Ανθή
Αριθμός Αναφοράς: 1224

Η διπλωματική εργασία με τίτλο «Μνήμη και νεότητα σε διάλογο: φοιτητικές εστίες στο παλαιό γηροκομείο Κέρκυρας» εκπονήθηκε κατά το ακαδημαϊκό έτος 2025-2026 από τη φοιτήτρια Μαριάννα Πανδή, υπό την επίβλεψη του καθηγητή Κωστή Πανηγύρη.
Αντικείμενο της εργασίας αποτελεί ο επανασχεδιασμός της εμπειρίας κατοίκησης για τους φοιτητές του Τμήματος Μουσικών Σπουδών στην Κέρκυρα, μέσω μιας συνθετικής πρότασης στον Λόφο Αβράμη που ανταποκρίνεται ολοκληρωμένα στις στεγαστικές, κοινωνικές και ακαδημαϊκές τους ανάγκες.
Το νέο κτίριο χωροθετείται στη βάση του λόφου, με τη μορφολογία του να αντλεί έμπνευση από τις ιστορικές οχυρώσεις της Κέρκυρας ,όπως αυτή που προϋπήρχε στον ίδιο τον λόφο, διατηρώντας έτσι ζωντανή την ιστορική μνήμη στον χώρο. Συνθετικά, το συγκρότημα διαρθρώνται σε τρεις διακριτές ενότητες. Οι κοινόχρηστοι χώροι (κουζίνες και τραπεζαρίες) οργανώνονται στο ισόγειο, ενώ οι ανώτεροι όροφοι φιλοξενούν τα ατομικά υπνοδωμάτια και διάσπαρτα καθιστικά. Κεντρικό άξονα της σύνθεσης αποτελεί η εισαγωγή εσωτερικών αιθρίων, γύρω από τα οποία αναπτύσσεται η συλλογική ζωή, εξασφαλίζοντας παράλληλα βέλτιστο φυσικό φωτισμό και ενισχυμένη ιδιωτικότητα.
Στο ανώτερο τμήμα του λόφου εντοπίζεται το συγκρότημα του παλαιού γηροκομείου Κέρκυρας, το οποίο σήμερα παραμένει εγκαταλελειμμένο. Η πρόταση προχωρά στην αποκατάσταση και επανάχρηση των δύο υφιστάμενων κτιρίων του, εντάσσοντάς τα στο πρόγραμμα της φοιτητικής εστίας. Τα κτίρια αυτά μετατρέπονται σε εξειδικευμένους χώρους υποστήριξης των μουσικών σπουδών, περιλαμβάνοντας αίθουσες δοκιμών (πρόβες), στούντιο ηχογράφησης, εργαστήριο επισκευής οργάνων, καθώς και ένα αναψυκτήριο/αναγνωστήριο.
Λέξεις Κλειδιά : φοιτητική εστία, επανάχρηση, ιστορική μνήμη, μουσικές σπουδές, συλλογική συμβίωση
Επιβλέπων: Πανηγύρης Κωστής
Αριθμός Αναφοράς: 1240

Η παρούσα μελέτη διερευνά τη σχέση της πόλης του Βόλου με το θαλάσσιο μέτωπο, εστιάζοντας στην περιοχή του Αναύρου ως πεδίο όπου διασταυρώνονται ιστορικές, κοινωνικές, πολεοδομικές και περιβαλλοντικές διεργασίες. Αφετηρία αποτελεί η διαπίστωση ότι η θάλασσα, παρότι καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητας της πόλης, έχει καταστεί τα τελευταία χρόνια ένας ολοένα και λιγότερο προσβάσιμος χώρος καθημερινής χρήσης, εξαιτίας περιβαλλοντικών πιέσεων και ακραίων φυσικών φαινομένων. Η απώλεια της δυνατότητας κολύμβησης εντός του αστικού ιστού αναδεικνύει το ζήτημα της εγγύτητας σε καθαρά και ασφαλή ύδατα ως κρίσιμη παράμετρο του σύγχρονου αστικού σχεδιασμού. Η μελέτη προσεγγίζει ιστορικά την ανάδυση των θαλάσσιων λουτρών στον ελληνικό χώρο από τα τέλη του 19ου αιώνα, αναδεικνύοντας το λουτρό ως κοινωνική πρακτική και όχι απλώς ως μορφή αναψυχής ή υγιεινής. Η μετάβαση από τα αυστηρά οργανωμένα και έμφυλα διαχωρισμένα λουτρά στις μικτές παραλίες (bains mixtes) αποτυπώνει έναν ευρύτερο μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων και του δημόσιου χώρου, όπου το σώμα, η ορατότητα και η αρχιτεκτονική συνυφαίνονται. Η περίπτωση του Αναύρου εξετάζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας. Τα ξύλινα λουτρά και οι εξέδρες των αρχών του 20ού αιώνα συγκροτούσαν ένα ελεγχόμενο λουτρικό τοπίο, το οποίο σταδιακά αποδομήθηκε μέσα από τη φθορά, τη μετασεισμική ανασυγκρότηση και την αστική επέκταση, οδηγώντας στη διαμόρφωση ενός ανοιχτού δημόσιου πάρκου. Ωστόσο, η σύγχρονη περιβαλλοντική υποβάθμιση επαναφέρει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της σχέσης πόλης και νερού. Η εργασία καταλήγει σε μια σχεδιαστική πρόταση που αντιμετωπίζει το νερό ως ενεργό χωρικό και κοινωνικό παράγοντα, προτείνοντας παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην αποκατάσταση μιας ανθεκτικής, βιώσιμης και συλλογικά προσβάσιμης σχέσης ανάμεσα στον αστικό χώρο και τη θάλασσα.
Λέξεις Κλειδιά : Μπάνιο, Κολύμπι, Πλαζ, Πάρκο, Νερό
Επιβλέποντες: Γαβρήλου Έβελυν, Μπουρδάκης Βασίλης
Αριθμός Αναφοράς: 1204

Η παρούσα διπλωματική εργασία επιχειρεί να απαντήσει σε ένα από τα πιο επείγοντα και σύνθετα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας: τη φιλοξενία προσφύγων και μεταναστών όχι ως προσωρινή διαχείριση κρίσης, αλλά ως μια πράξη ευθύνης, φροντίδας και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Στο επίκεντρο της πρότασης τίθεται ο άνθρωπος και η ανάγκη του για ασφάλεια, αξιοπρέπεια και συμμετοχή, μέσα από μια αρχιτεκτονική που δεν επιβάλλεται, αλλά συνομιλεί με τον τόπο, το περιβάλλον και την κοινωνία. Η επιλογή της περιοχής της Αμμουδάρας στο Ηράκλειο Κρήτης βασίζεται σε γεωγραφικά, κοινωνικά και συμβολικά κριτήρια. Η εγγύτητα στο κέντρο της πόλης, στο λιμάνι και στον αερολιμένα, καθώς και η γειτνίαση με τη Νέα Αλικαρνασσό - ιστορικό προσφυγικό τόπο - προσδίδουν στο εγχείρημα χαρακτήρα συνέχειας και μνήμης. Σε έναν τόπο που καθημερινά υποδέχεται μετακινούμενους πληθυσμούς αλλά στερείται οργανωμένων δομών φιλοξενίας, η πρόταση έρχεται να καλύψει ένα ουσιαστικό κενό, προσφέροντας μια χωρική απάντηση που δεν απομονώνει αλλά ενσωματώνει. Ο σχεδιασμός της πρότασης στηρίζεται πάνω σεωτρεις βασικούς άξονες: τη βιωσιμότητα, την ευκολία και ταχύτητα υλοποίησης και την αντοχή των κατασκευών σε βάθος χρόνου, σε συνδυασμό πάντοτε με την κοινωνική συμπερίληψη. Ο πρώτος και θεμελιώδης στόχος είναι η περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Οι κατοικίες κατασκευάζονται από ξύλο, ένα ανανεώσιμο, φυσικό και φιλικό προς το περιβάλλον υλικό, με εξαιρετικές θερμομονωτικές ιδιότητες. Η χρήση του μειώνει σημαντικά το ενεργειακό αποτύπωμα των κτιρίων, συμβάλλοντας στην εξοικονόμηση ενέργειας τόσο κατά την κατασκευή όσο και κατά τη λειτουργία τους. Παράλληλα, η ενσωμάτωση παθητικών βιοκλιματικών στρατηγικών, όπως ο διαμπερής αερισμός, ο φυσικός φωτισμός, οι ηλιακοί συλλέκτες και τα συστήματα συλλογής όμβριων υδάτων, ενισχύουν την ενεργειακή αυτονομία και την αυτάρκεια του συγκροτήματος. Επιπλέον οι κατασκευές είναι υπερυψωμένες και υποτάσσονται στο φυσικό ανάγλυφο, διατηρώντας την υπάρχουσα φύτευση. Με τον τρόπο αυτό οι δομές δεν λειτουργούν ως ξένο σώμα, αλλά ως προέκταση της φύσης και του μεσογειακού τοπίου. Ο δεύτερος στόχος αφορά την ευκολία και την ταχύτητα κατασκευής. Οι ξύλινες κατοικίες σχεδιάζονται ως απλά, ευέλικτα και επαναλαμβανόμενα συστήματα, τα οποία μπορούν να συναρμολογηθούν γρήγορα, με ελάχιστο εξειδικευμένο εξοπλισμό και ειδικευμένο προσωπικό. Τα δομικά στοιχεία μπορούν να αποσυναρμολογηθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν χωρίς ιδιαίτερες φθορές, επιτρέποντας την προσαρμογή των δομών σε μεταβαλλόμενες ανάγκες. Η δυνατότητα συμμετοχής των ίδιων των προσφύγων στη διαδικασία κατασκευής ενισχύει την αυτονομία, την αίσθηση ιδιοκτησίας και τη συλλογικότητα, μετατρέποντας την αρχιτεκτονική από στατικό προϊόν σε δυναμική κοινωνική διαδικασία. Ο τρίτος άξονας αφορά την αντοχή και τη μακροχρόνια λειτουργικότητα των κατοικιών, τόσο σε τεχνικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Παρά τον ελαφρύ και ευέλικτο χαρακτήρα τους, οι κατασκευές είναι ανθεκτικές, οικονομικές στη συντήρηση και προσαρμοσμένες στις κλιματικές συνθήκες της Κρήτης. Ταυτόχρονα, ο σχεδιασμός βασίζεται στις αρχές του καθολικού σχεδιασμού, εξασφαλίζοντας πλήρη προσβασιμότητα για άτομα με κινητικές δυσκολίες και ΑμεΑ μέσω ενός συνεχούς δικτύου ραμπών. Η συμπερίληψη δεν αντιμετωπίζεται ως προσθήκη, αλλά ως αναπόσπαστο στοιχείο της αρχιτεκτονικής πρότασης. Με την ενσωμάτωση σχολείου- κέντρου δεξιοτήτων ολοκληρώνεται το όραμα της πρότασης, ενισχύοντας την κοινωνική ένταξη, την ενδυνάμωση την εκπαίδευση και τη δημιουργική έκφραση. Η αρχιτεκτονική λειτουργεί εδώ ως μέσο επανεκκίνησης, προσφέροντας όχι μόνο στέγη, αλλά χώρο για ζωή, συνύπαρξη και προοπτική. Η διπλωματική αυτή δεν προτείνει απλώς μια λύση, αλλά διατυπώνει μια θέση: ότι η φιλοξενία μπορεί να είναι βιώσιμη, ανθεκτική, συμπεριληπτική και πάνω απ’ όλα, ανθρώπινη.
Λέξεις κλειδιά: συμπερίληψη, βιωσιμότητα, ανθεκτικότητα, κοινωνική ενδυνάμωση, φιλοξενία
Επιβλέπουσα: Κοσμά Ανθή
Αριθμός Αναφοράς: 1222

Η παρούσα πτυχιακή εργασία παρουσιάζει τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη ενός παραμετρικού συστήματος δημιουργίας ψηφιακών πόλεων, το οποίο προορίζεται ως δυναμική βάση για τη διαμόρφωση περιβαλλόντων σε βιντεοπαιχνίδια. Θεωρητικό υπόβαθρο της μελέτης αποτελεί η θεωρία των Νοητικών Χαρτών και τα πέντε δομικά στοιχεία της αστικής αντίληψης του Kevin Lynch, Μονοπάτια, Όρια, Τοπόσημα, Κόμβοι, Περιοχές, όπως αναλύονται στο έργο του The Image of the City. Κύριος στόχος είναι η μετάφραση αυτών των αφηρημένων πολεοδομικών εννοιών σε παραμετρικές προγραμματιστικές λειτουργίες.
Η πρακτική υλοποίηση του συστήματος πραγματοποιήθηκε στο λογισμικό Blender, μέσω της οπτικής γλώσσας προγραμματισμού των Κόμβων Γεωμετρίας (Geometry Nodes). Το παραγόμενο εργαλείο δομείται σε τρεις διαδοχικές και αλληλεξαρτώμενες λειτουργίες. Η αρχιτεκτονική αυτή προσφέρει στους προγραμματιστές την ιδανική ισορροπία μεταξύ ακριβούς ελέγχου των παραμέτρων και συστηματικής τυχαιότητας, καταργώντας την ανάγκη για μονότονες και επαναλαμβανόμενες χειρωνακτικές εργασίες. Το σύστημα είναι προσβάσιμο σε χρήστες χωρίς υψηλή εξειδίκευση στο λογισμικό, αν και η κατανόηση των αρχών της ελεγχόμενης γεωμετρίας βελτιστοποιεί το τελικό αποτέλεσμα. Εν κατακλείδι, το εργαλείο αξιοποιεί τις παραμέτρους της αστικής αναγνωρισιμότητας, μετατρέποντάς τες σε άμεσα παραμετροποιήσιμα στοιχεία για τη δημιουργία λειτουργικών ψηφιακών κόσμων.
Επιβλέπων: Μπουρδάκης Βασίλης
Αριθμός Αναφοράς: 1226

Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό μιας μονάδας παρηγορητικής φροντίδας, που οργανώνεται γύρω από έναν ανοιχτό κήπο, προσβάσιμο στην κοινότητα. Ο κήπος δεν αντιμετωπίζεται ως απλός εξωτερικός χώρος, αλλά ως ενεργό στοιχείο φροντίδας και συνάντησης, ικανό να συνδέει το κτίριο με την πόλη και να ενσωματώνει την καθημερινή ζωή στο θεραπευτικό περιβάλλον.
Η πρόταση στοχεύει στην επανανοηματοδότηση της παρηγορητικής φροντίδας, απομακρυνόμενη από την εικόνα της ως απομονωμένης και περιθωριοποιημένης. Αντίθετα, προσεγγίζεται ως μέρος μιας συνεχούς διαδρομής φροντίδας που συνοδεύει τον άνθρωπο σε διαφορετικά στάδια της ζωής του, δίνοντας έμφαση στην ποιότητα της καθημερινότητας, στη συναισθηματική υποστήριξη και στη διατήρηση της αξιοπρέπειας.
Η εργασία εντάσσεται στο πλαίσιο της περιορισμένης παροχής παρηγορητικής φροντίδας στην Ελλάδα, όπου η έλλειψη οργανωμένων δομών και η περιορισμένη θεσμική ενσωμάτωση οδηγούν συχνά σε νοσοκομειοκεντρική διαχείριση των ασθενών. Μέσα από την αρχιτεκτονική πρόταση, ασκείται κριτική στον τρόπο που οι σύγχρονες δομές υγείας οργανώνονται ως κλειστά και απομονωμένα συστήματα, αποκομμένα από τον αστικό ιστό και τη συλλογική εμπειρία της πόλης. Η φροντίδα, μέσα από τη χωρική σύνθεση, επανανοηματοδοτείται ως κοινωνική και βιωματική συνθήκη που συνυπάρχει με τον δημόσιο χώρο, επιτρέποντας ορατότητα, συνύπαρξη και ήπια αλληλεπίδραση, χωρίς να αναιρείται η ανάγκη για ηρεμία, προστασία και ιδιωτικότητα των ασθενών και των οικογενειών τους.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σχέση του κτιρίου με το τοπίο, στη διαχείριση των μεταβάσεων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, καθώς και στη δημιουργία χώρων που υποστηρίζουν διαφορετικές στιγμές της καθημερινότητας: παραμονή, φροντίδα, αναμονή, περισυλλογή και συνάντηση. Μέσα από διαβαθμισμένες χωρικές εμπειρίες, το κτίριο λειτουργεί ως ενδιάμεσος τόπος ανάμεσα στην πόλη και τον άνθρωπο, απομακρυνόμενο από τον αυστηρά ιδρυματικό χαρακτήρα και υιοθετώντας ποιότητες που παραπέμπουν σε κατοίκηση.
Λέξεις Κλειδιά: Δημόσιος χώρος, Θεραπεία, Ποιότητα ζωής, Αστικό Πράσινο, Κοινωνική Ένταξη
Επιβλέποντες: Γαβρήλου Έβελυν, Φωκαΐδης Πέτρος
Αριθμός Αναφοράς: 1201

Το παρόν τεκμήριο έχει την μορφή μιας εργαλειοθήκης, αποτελεί ένα περιβάλλον συνάθροισης «τυχαίων συναντήσεων». Με οδηγό πλοήγησης έναν φυσιοδίφη-ιχνηλάτη ή φυσιοδίφη-καλλιτέχνη εξετάζεται πως το ηχόχρωμα ως έννοια του μετέωρου εφαρμόζεται σε χωρική, εδαφική ανάπλαση.
Το ηχόχρωμα συνιστά μια σχέση συσχέτισης μεταξύ των όρων του, καθιστά για τους μουσικούς ένα είδους τοτέμ για να επικοινωνήσουν τις αντικειμενικές σχέσεις μεταξύ ήχου και χρώματος που έχουν ενταχθεί σε υποκειμενικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπου και ήχου, ανθρώπου και χρώματος. Ένα τοτέμ χρησιμεύει στην ερμηνεία των ονείρων, των μύθων, οτιδήποτε βρίσκεται στο κατώφλι του αμεταβίβαστου. Είναι ένα όργανο συντονισμού, ένα «διαπασών-υποκείμενο». Στο ηχόχρωμα όπως και σένα τοτέμ τα μέλη, τα θραύσματα, ίχνη του αναγνωρίσιμου, συνδυάζονται για να προσφέρουν το μη αναγνωρίσιμο, μια εικόνα του μύθου. Επιλέγω λοιπόν ένα έδαφος που λειτουργεί ως ένα τοτέμ-ηχόχρωμα, ένα αντίστοιχο υβρίδιο του μύθου.
Το λατομείο είναι ένα έδαφος διττής πραγματικότητας, μια διάνοιξη προς την Χθονίη, μετέωρο στον ενδιάμεσο χώρο και χρόνο, στο γόνιμο και στο άγονο. Οι λατομικοί χώροι στα Τουρκοβούνια είναι το σημείο όπου το έδαφος εκτείνεται ως προς την έκταση σε ένα λείο και ραβδωτό χώρο και ως προς την ένταση στο «κατακόρυφο και κρημνώδες ενδιαίτημα» (Agamben, 2020). Παρεισφρέω σε αυτό το έδαφος και σχεδιάζω τοτεμικά και στις τρεις κατευθύνσεις ως προς το απύθμενο βάθος και ως προς τις αφηρημένες γραμμές και τα ίχνη, τις φευγαλέες παρουσίες του παρελθόντος στο παρών. Τοποθετώ ένα μόσχευμα, έναν παρείσακτο σαυτό το «σώμα χωρίς όργανα», και το αφήνω εκτεθειμένο σε όλες τις δυνάμεις της φύσης, σε μια πλήρη εντροπία να δημιουργήσει ένα νέο «ρεφραίν», έναν νέο υπαρξιακό «άξονα συντονισμού», σύνδεσης και συσχέτισης με την ίδια την ζωή, την ύπαρξη ή το σύμπαν«για να πει αυτό που δεν έχει ακόμα ειπωθεί, για να κάνει να αναδυθούν νέα ίχνη προσανατολισμού μέσα στον κόσμο» (Μουρίκη Α., εισαγωγικό κείμενο στο Η αμφιβολία του Σεζάν. Τομάτικαιτοπνεύμα, Merleau-Ponty, σ. 15).
Λέξεις κλειδιά: τοτέμ, άξονας συντονισμού, ρεφραίν, μόσχευμα, εντροπία
Επιβλέπουσα: Κουζούπη Ασπασία
Αριθμός Αναφοράς: 1249

Το θέμα της διπλωματικής εργασίας πραγματεύεται τον σχεδιασμό και την κατασκευή τριών καταλυμάτων εντός των ήδη υπάρχοντων ερειπίων στο χωριό Πλάτανος του νομού Θεσπρωτίας.
Ο Πλάτανος και τα γύρω χωριά είναι τόποι οι οποίοι ερημώθηκαν απότομα λόγω της μετανάστευσης. Σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση απόλυτης ερήμωσης, καθώς έχει μείνει με μόλις 3 μόνιμους κατοίκους. Έτσι έχει μείνει ένα χωριό όπου αποτελείται κατά βάση, από ερειπωμένα σπίτια. Συγκεκριμένα, πίσω από το δικό μας σπίτι υπάρχει ένα μονοπάτι όπου κατά μήκος του περνάμε από τρία ερειπωμένα σπίτια. Του Ζούμα, του Μπομπόνη και της Βαγγελίτσας, οι κάτοικοι πριν τα εγκαταλείψουν.
Βλέποντας την υφιστάμενη κατάσταση στον τόπο όπου επισκέπτομαι πολλές φορές τον χρόνο, οδηγήθηκα σε μια συνθετική πρόταση όπου επιδιώκει την επανακατοίκηση του τοπίου καθώς και την ανάδειξη του τόπου και των παραδόσεων του.
Σκοπός του εγχειρήματος είναι να πάψουν τα ερείπια να είναι μόνο μνημεία εγκατάλειψης και να μετατραπούν σε τόπους προσωρινής κατοίκησης και συλλογικής μνήμης, τόσο για τους επισκέπτες, όσο και για τους ιδιοκτήτες.
Λέξεις κλειδιά : Ερείπια, Διαδρομές, Τζάκι, Κοινότητα, Επανακατοίκηση
Επιβλέπουσα: Γαβρήλου Έβελυν
Αριθμός Αναφοράς: 1227
