Η παρούσα ερευνητική εργασία διερευνά τη σχέση μεταξύ αρχιτεκτονικής και ψυχικής υγείας των νέων σε συνθήκες πολλαπλής κρίσης κοινωνικής, περιβαλλοντικής, οικονομικής και πολιτισμικής. Αντλώντας από ένα διεπιστημονικό πλαίσιο (αρχιτεκτονική θεωρία, ψυχολογία, κοινωνιολογία, περιβαλλοντικές σπουδές), εξετάζει πώς ο χώρος ως βιωμένη, κοινωνική και αισθητηριακή εμπειρία επηρεάζει βαθιά τη συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση της νεότητας. Η μελέτη αναλύει θεωρίες θεραπευτικού σχεδιασμού, πρακτικές παραδείγματα από σχολεία μέχρι δομές ψυχικής υγείας), καθώς και στρατηγικές πολιτικής σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, με σκοπό την κριτική αποτίμηση και πρόταση χωρικών λύσεων που καλλιεργούν την ψυχική ανθεκτικότητα και ενισχύουν τη συλλογική φροντίδα. Η εργασία δεν περιορίζεται στην αισθητική του χώρου, αλλά εστιάζει στις βιολογικές, κοινωνικές και πολιτικές του διαστάσεις: πώς η αρχιτεκτονική μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση ασφάλειας, ελέγχου, συμμετοχής και συνδεσιμότητας στοιχεία θεμελιώδη για την ψυχική ευημερία των νέων. Τονίζεται ότι σε έναν κόσμο που επιτείνει τον ψυχικό αποκλεισμό, η αρχιτεκτονική φέρει ευθύνη όχι μόνο για το πού ζούμε, αλλά για το πώς.