Στόχος της συγκεκριμένης διπλωματικής εργασίας με τίτλο «Το Ντεπώ των Αισθήσεων: Φύση, Μνήμη και Τέχνη σε επανεκκίνηση», αποτελεί η στρατηγική επανένταξη του πρώην αμαξοστασίου Ντεπώ στη Θεσσαλονίκη, μέσα από ένα πολυεπίπεδο σχεδιασμό που βασίζεται σε τρεις θεματικούς άξονες: Φύση, Μνήμη και Τέχνη. ‘Ετσι, το Ντεπώ αποτελεί έναν τόπο με ιστορικό και κοινωνικό φορτίο, εγκαταλελειμμένο αλλά όχι αδρανή. Μέσα από μια δυναμική πρόταση επανάχρησης, επιχειρείται η μετατροπή του από σημείο εγκατάλειψης σε ενεργό κύτταρο της πόλης, με στόχο την κοινωνική επανένταξη και την πολιτισμική ανάδειξη. Για τον λόγο αυτό, ο σχεδιασμός αναγνωρίζει και ενισχύει τον ρόλο του Ντεπώ ως ιστορικού κόμβου μεταφορών, βιομηχανικής κληρονομιάς και συλλογικής μνήμης. Με αυτόν τον τρόπο, τα διατηρητέα κελύφη επαναχρησιμοποιούνται με σεβασμό στην αρχιτεκτονική τους ταυτότητα, φιλοξενώντας εκθέσεις για την ιστορία των μέσων μεταφοράς, βιβλιοθήκη, αρχειακό υλικό και χώρους έρευνας. Παράλληλα, το φυσικό τοπίο του ρέματος Σοφούλη επανεντάσσεται στον αστικό σχεδιασμό, λειτουργώντας ως άξονας σύνδεσης ανθρώπου και περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, η ενότητα της Φύσης εκφράζεται μέσω του «Πάρκου Συναισθησίας», ενός τοπίου που ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις μέσα από την εμπειρία της βλάστησης, του ήχου, της αφής και της κίνησης. Η Μνήμη θεμελιώνεται στην υλικότητα του κελύφους και την ιστορική αφήγηση του χώρου, αναδεικνύοντας το παρελθόν ως θεμέλιο για νέες χρήσεις. Η Τέχνη, τέλος, λειτουργεί ως εργαλείο συμμετοχής και συνεύρεσης: εργαστήρια, εκθέσεις και πολιτιστικές δράσεις δίνουν ζωή στον χώρο και ανοίγουν δρόμους δημιουργικής συνύπαρξης. Επιπλέον, ο σχεδιασμός αξιοποιεί τη στρατηγική θέση του Ντεπώ και τη γειτνίαση με εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς πόλους, ενισχύοντας τον ρόλο του ως διαμεσολαβητικό πεδίο μεταξύ ανθρώπων και χρήσεων. Η πρόταση δεν αντιμετωπίζει το τοπίο ως παθητικό φόντο, αλλά ως ενεργό συντελεστή της αρχιτεκτονικής εμπειρίας. Η εργασία φιλοδοξεί να αναδείξει το Ντεπώ ως ένα νέο τοπόσημο για την πόλη: έναν δημόσιο χώρο ανοιχτό στη μνήμη, τη φύση και την τέχνη – αλλά κυρίως, ανοιχτό στους ανθρώπους.