Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την επανενεργοποίηση του εγκαταλελειμμένου οικισμού του Ασφοντυλίτη στην Αμοργό, μέσα από μια αρχιτεκτονική προσέγγιση που αντιμετωπίζει την εγκατάλειψη όχι μόνο ως απώλεια του κτισμένου περιβάλλοντος, αλλά και ως διακοπή ενός ευρύτερου κοινωνικού και πολιτιστικού συστήματος. Ο Ασφοντυλίτης, άμεσα συνδεδεμένος με την αγροτική παραγωγή, την εποχική κατοίκηση, τις παραδοσιακές τεχνικές και τις συλλογικές πρακτικές, διατηρεί μέχρι σήμερα τα υλικά κατάλοιπα αυτής της ζωής: πέτρινα κτίσματα, αυλές, αλώνια, πηγάδια, ξερολιθιές και παραδοσιακές διαδρομές.
Η έρευνα βασισμένη σε επιτόπια παρατήρηση και συζητήσεις με ανθρώπους που γνώρισαν τον οικισμό κατά την ενεργή του περίοδο, ανέδειξε τη σημασία της συνεργασίας, της αλληλεξάρτησης και της κοινής χρήσης των πόρων ως βασικά χαρακτηριστικά της παλαιότερης ζωής. Η επανενεργοποίηση επομένως δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια συμβατική αναστήλωση, αλλά οφείλει να αποκαταστήσει και τις σχέσεις, τις γνώσεις και τις πρακτικές που έδιναν νόημα στον τόπο.
Κεντρική ιδέα της πρότασης είναι η μετατροπή του Ασφοντυλίτη σε ένα συνεχές πολιτιστικό εργαστήριο, όπου η νέα κατοίκηση συνδέεται με την εργασία, τη μάθηση, την παραγωγή και τη συλλογική δράση. Τα κτίσματα επαναχρησιμοποιούνται, οι αυλές και τα αλώνια αποκτούν νέες συλλογικές λειτουργίες, τα πηγάδια επανενεργοποιούνται ως σημεία συνάντησης και γνώσης και τα παραδοσιακά μονοπάτια επανασυνδέουν το σύνολο σε ένα ενιαίο δίκτυο. Το πρόγραμμα οργανώνεται γύρω από καλλιτεχνικά, παραδοσιακά και αγροτικά εργαστήρια, με στόχο τη μετάδοση και διατήρηση της τοπικής άυλης κληρονομιάς καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Η αρχιτεκτονική πρόταση βασίζεται στις αρχές της ελάχιστης παρέμβασης, της προσαρμοστικής επανάχρησης και της συμμετοχικής κατασκευής. Οι υπάρχουσες δομές διατηρούνται και επισκευάζονται με τοπικά υλικά και παραδοσιακές τεχνικές ενώ νέες ελαφριές και Low-tech κατασκευές εισάγονται με τρόπο διακριτό και αναστρέψιμο. Η ίδια η κατασκευαστική διαδικασία αποτελεί μέρος του έργου, καθώς η συλλογική εργασία λειτουργεί ως εργαλείο εκπαίδευσης, μετάδοσης γνώσης και επανασύνδεσης με τον τόπο.
Το “WHAT RE-MAINS / Αυτό που μένει” προτείνει έτσι όχι μια στατική αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά μια εξελισσόμενη διαδικασία επανακατοίκησης. Το έργο αντιμετωπίζει την αρχιτεκτονική ως πλαίσιο που επιτρέπει σε έναν εγκαταλελειμμένο τόπο να ξαναγίνει χώρος συλλογικής ζωής, παραγωγής και πολιτιστικής συνέχειας.
Λέξεις κλειδιά: Επανενεργοποίηση, Ερείπιο, Μνήμη, Συλλογικότητα, Κοινότητα