Σε δύο νησιά που βρίσκονται στα άκρα του ελληνικού αρχιπελάγους, τη Λέσβο στα ανατολικά και την Κέρκυρα στα δυτικά, η ελιά μετατρέπεται σε κοινό πολιτισμικό νήμα, διατρέχοντας αιώνες κατοχών, ανταλλαγών και κοινωνικών μετασχηματισμών. Ανάμεσα σε διαφορετικά καθεστώτα, την Οθωμανική κυριαρχία στη Λέσβο και τη Βενετική παρουσία στην Κέρκυρα, ο ελαιώνας δεν αποτελεί μόνο οικονομικό πόρο, αλλά και ζωντανό σύμβολο του δεσμού του ανθρώπου με τη γη, μια σταθερά μέσα στις διαρκείς ιστορικές μεταβολές.
Στη Λέσβο, η ελαιοκαλλιέργεια αναδεικνύεται στη σημαντικότερη παραγωγική δραστηριότητα ήδη από την Οθωμανική περίοδο, για να κορυφωθεί στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Το νησί μετατρέπεται σε διαμετακομιστικό κόμβο, με το λάδι και τα προϊόντα του να ταξιδεύουν σε λιμάνια της Μεσογείου και των Βαλκανίων, διαμορφώνοντας νέους κοινωνικούς και οικονομικούς χάρτες.
Αντίστοιχα, η Κέρκυρα, υπό Βενετοκρατία, αντικαθιστά τους αμπελώνες με εκτεταμένους ελαιώνες. Η εντατική καλλιέργεια της ελιάς μετασχηματίζει το τοπίο και την κοινωνική δομή του νησιού: το κτήμα, το λιοτρίβι και οι δρόμοι που οδηγούν σ’ αυτά συγκροτούν έναν πολιτισμό που περιστρέφεται γύρω από τον ελαιώνα. Το κερκυραϊκό λάδι, προϊόν και φορέας της τοπικής ταυτότητας, εξάγεται σε Ιταλία και Αγγλία, εγγράφοντας το νησί στον ευρύτερο γεωοικονομικό χάρτη της εποχής.
Οι κοινοί δρόμοι προς τα κτήματα, το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η διάταξη των κτισμάτων ανάμεσα στις ρίζες των αιωνόβιων δέντρων, συνθέτουν εικόνες με βαθιά αντοχή στον χρόνο. Το ελαιόδεντρο, παρόν και αειθαλές, οργανώνει τις κοινωνίες, διατηρεί μνήμες, και επανασυνδέει τον άνθρωπο με τη χαμένη του γη.