Τις τελευταίες δεκαετίες, η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού σε παγκόσμιο επίπεδο και η τεχνολογική ανάπτυξη, οδηγούν όχι μόνο σε υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων αλλά και στην παραγωγή υπέρογκων ποσοτήτων αποβλήτων, από κάθε τομέα της ζωής και πιο συγκεκριμένα από τον οικιακό, τον γεωκτηνοτροφικό, τον βιομηχανικό και τον οικοδομικό. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την πρόκληση σοβαρών προβλημάτων τόσο στο περιβάλλον όσο και τον άνθρωπο. Μερικά από αυτά, αποτελούν η αλλοίωση του ανάγλυφου του εδάφους, η αποψίλωση των δασών, η μόλυνση του εδάφους, των υδάτων και του αέρα, η αύξηση των ποσοτήτων αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα αλλά και η πρόκληση προβλημάτων υγείας στον άνθρωπο. Στη επικρατούσα αυτή κατάσταση, συμβάλλει σημαντικά και η συνολική δραστηριότητα του κατασκευαστικού τομέα, καθώς με την αύξηση του πληθυσμού εντείνεται ολοένα και περισσότερο, η ανάγκη για δημιουργία κτιριακών εγκαταστάσεων. Ο σχεδιασμός και η κατασκευή τους, στηρίζεται στο γραμμικό μοντέλο οικονομίας, σύμφωνα με το οποίο, πολλά αξιοποιήσιμα υλικά, καταλήγουν να αποτελούν απόβλητα, ενώ παράλληλα απαιτείται και η συνεχής εκμετάλλευση πόρων για παραγωγή νέων δομικών υλικών, πράγμα που δεν είναι σε θέση να στηρίξει ο πλανήτης αέναα. Για ένα πιο βιώσιμο μέλλον, είναι αναγκαία μια ριζική αλλαγή στη διαχείριση αποβλήτων και υπολειμμάτων, μέσω της αξιοποίησής τους, για την παραγωγή εναλλακτικών και βιώσιμων οικοδομικών υλικών. Έτσι κρίνεται σκόπιμο, οι αρχιτέκτονες, να εισάγουν στο σχεδιασμό τους βιώσιμα και φιλικά προς το περιβάλλον δομικά υλικά, τα οποία προέρχονται από την αξιοποίηση δεύτερων υλών.