Η πόλη συγκροτείται όχι μόνο από τις πυκνές δομές της, αλλά και από τα κενά της. Τα αστικά κενά αποτελούν συχνά υπολείμματα ατελών διαδικασιών ανάπτυξης ή περιοχές σε αναμονή επαναπροσδιορισμού. Παράλληλα, όμως, εμπεριέχουν δυνατότητες επανανοηματοδότησης και συλλογικής επανενεργοποίησης. Ως ενδιάμεσοι και μεταβατικοί τόποι, μπορούν να λειτουργήσουν ως πεδία διερεύνησης εναλλακτικών μορφών κατοίκησης και κοινής ζωής.
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη δυνατότητα αξιοποίησης ενός τέτοιου κενού ως προσωρινού τόπου κατοίκησης και αστικής αλληλεγγύης. Η έρευνα αναπτύσσεται στο πλαίσιο της σύγχρονης στεγαστικής κρίσης και προσεγγίζει την αστεγία ως ένα σύνθετο φαινόμενο, το οποίο δεν περιορίζεται στην απουσία στέγης, αλλά περιλαμβάνει διαφορετικές μορφές επισφαλούς, ανεπαρκούς ή ακατάλληλης κατοίκησης. Μέσα από τη μελέτη θεσμικών δομών και αυτοοργανωμένων πρωτοβουλιών στην Αθήνα, διερευνώνται διαφορετικές μορφές οργάνωσης της φροντίδας, καθώς και οι σχέσεις ανάμεσα στη σταθερότητα και την αυτονομία, στην οργανωμένη υποστήριξη και τη συλλογική συμμετοχή.
Η σχεδιαστική πρόταση, με τίτλο «Κεραμ-οικούμε», τοποθετείται στη συμβολή των οδών Λεωνίδου και Πλαταιών, μεταξύ Κεραμεικού και Μεταξουργείου. Το οικόπεδο, ιδιοκτησίας του Δήμου Αθηναίων, παραμένει σε καθεστώς μερικής αδράνειας, καθώς συνδέεται με αρχαιολογικά ευρήματα και βρίσκεται σε αναμονή μελλοντικής διερεύνησης. Η ιδιαίτερη αυτή χρονικότητα καθορίζει τον προσωρινό και αναστρέψιμο χαρακτήρα της επέμβασης.
Η πρόταση εισάγει την έννοια της «δημόσιας κατοίκησης» ως μια ενδιάμεση συνθήκη ανάμεσα στο ιδιωτικό και το συλλογικό. Διαμορφώνεται ένα μεταφερόμενο σύστημα προσωρινής κατοίκησης και κοινόχρηστων λειτουργιών, το οποίο επιδιώκει να προσφέρει προστασία και οικειότητα, διατηρώντας συγχρόνως ανοιχτή τη σχέση του με τη γειτονιά. Οι ελαφριές δομές εγγράφονται διακριτικά στον χώρο και μπορούν να αποσυναρμολογηθούν, να μετακινηθούν και να επανεγκατασταθούν σε διαφορετικά ανενεργά οικόπεδα, χωρίς να επιβάλλουν μια μόνιμη μεταβολή στο έδαφος.
Δεν διατυπώνεται μια οριστική λύση απέναντι στην αστεγία, αλλά διαμορφώνεται ένα μεταβατικό πρωτόκολλο σχεδιασμού. Εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο ένας χώρος σε αναμονή μπορεί να αποκτήσει προσωρινά κοινωνικό και κατοικήσιμο περιεχόμενο, ενώ παράλληλα επανεξετάζονται τα όρια ανάμεσα στην κατοικία, τη δημόσια ζωή και τη συλλογική φροντίδα. Η μεταφερσιμότητα δεν αφορά, επομένως, μόνο την κατασκευαστική δυνατότητα μετακίνησης, αλλά μια αρχιτεκτονική λογική που παραμένει ανοιχτή στη μεταβολή, στον χρόνο και στις διαφορετικές ανάγκες της πόλης.
Λέξεις κλειδιά: αστικά κενά, στεγαστική επισφάλεια, δημόσια κατοίκηση, προσωρινότητα, μεταφερσιμότητα, αναστρεψιμότητα, αστική αλληλεγγύη