Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την επανάχρηση και επαναλειτουργία της εγκαταλελειμμένης πτέρυγας Μπόμπολα του νοσοκομείου Αμαλία Φλέμινγκ στα Μελίσσια Αττικής, και τον μετασχηματισμό της σε ένα ολιστικό κέντρο φιλοξενίας, ψυχολογικής υποστήριξης και ανακουφιστικής φροντίδας. Η πρόταση βασίζεται στην ανάγκη δημιουργίας χώρων που δεν προορίζονται αποκλειστικά για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών, αλλά αντιμετωπίζουν συνολικά τις ανάγκες των ανθρώπων που πάσχουν από χρόνιες και ανίατες ασθένειες, προσφέροντας ένα περιβάλλον φροντίδας, ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Στόχος του εγχειρήματος είναι η αξιοποίηση της υπάρχουσας ιατρικής υποδομής και η αρχιτεκτονική αναδιάρθρωση των χώρων, ώστε να υποστηριχθεί ένα νέο πρότυπο δομής που συνδυάζει άμεσα την υποστήριξη, τη θεραπεία και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών και των συνοδών τους. Η επανάχρηση του νοσοκομειακού κτιρίου αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως προς τη διατήρηση και αξιοποίησή του, αλλά και ως ευκαιρία επαναπροσδιορισμού του χαρακτήρα του. Μέσα από τις προτεινόμενες επεμβάσεις επιδιώκεται η μετάβαση από την αυστηρή και συχνά απρόσωπη εικόνα ενός νοσοκομείου σε ένα περισσότερο οικείο, ανθρώπινο και φιλόξενο περιβάλλον.
Το έργο διερευνά την έννοια της θεραπευτικής αρχιτεκτονικής και τον τρόπο με τον οποίο ο σχεδιασμός του χώρου μπορεί να επηρεάσει την ψυχική και σωματική κατάσταση του ανθρώπου. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στους περιβαλλοντικούς παράγοντες που διαμορφώνουν την εμπειρία του χρήστη, όπως ο φυσικός φωτισμός, η οπτική και άμεση επαφή με το πράσινο, η ποιότητα των εξωτερικών και εσωτερικών χώρων, η ιδιωτικότητα, η δυνατότητα κοινωνικής επαφής και η δημιουργία χώρων ηρεμίας και αποφόρτισης. Η αρχιτεκτονική αντιμετωπίζεται επομένως ως ενεργό μέρος της διαδικασίας φροντίδας και όχι απλώς ως το κέλυφος μέσα στο οποίο αυτή πραγματοποιείται.
Παράλληλα, προτείνεται ένα νέο μοντέλο λειτουργικής οργάνωσης που ενσωματώνει χώρους φιλοξενίας, ιατρικής φροντίδας και ψυχολογικής υποστήριξης. Οι διαφορετικές λειτουργίες οργανώνονται με τρόπο που εξυπηρετεί τη συνύπαρξη ιδιωτικών, ημι-ιδιωτικών και κοινόχρηστων χώρων. Με αυτόν τον τρόπο, οι ασθενείς έχουν τη δυνατότητα τόσο της απομόνωσης όσο και της επικοινωνίας και της επαφής με άλλους ανθρώπους. Επιπλέον, λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των οικογενειών και των συνοδών, οι οποίοι αποτελούν σημαντικό μέρος της καθημερινότητας και της υποστήριξης των ασθενών.
Βασικό στοιχείο της σχεδιαστικής προσέγγισης αποτελεί επίσης η ενίσχυση της σχέσης μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού χώρου. Το φυσικό περιβάλλον και το πράσινο εντάσσονται ενεργά στον σχεδιασμό ως στοιχεία που συμβάλλουν στη δημιουργία μιας περισσότερο ήρεμης και ανθρώπινης ατμόσφαιρας. Οι υπαίθριοι και ημιυπαίθριοι χώροι, οι διαδρομές περιπάτου και οι χώροι στάσης καθώς και οι οπτικές φυγές προς το φυσικό περιβάλλον λειτουργούν συμπληρωματικά προς τους χώρους φροντίδας, προσφέροντας διαφορετικές δυνατότητες παραμονής και καθημερινής δραστηριότητας.
Η πρόταση επιδιώκει τελικά να αναδείξει τον ρόλο της αρχιτεκτονικής ως εργαλείου φροντίδας και κοινωνικής υποστήριξης, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο ο χώρος συμβάλλει στην ηρεμία, την ασφάλεια και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών. Μέσα από την επανάχρηση του υπάρχοντος κτιρίου επιχειρείται η δημιουργία μιας δομής με περισσότερο ανθρώπινο χαρακτήρα, προσανατολισμένης πρωτίστως στον άνθρωπο και στις ιδιαίτερες ανάγκες του.
Λέξεις κλειδιά: θεραπευτική αρχιτεκτονική, βιοφιλικός σχεδιασμός, ευεξία, ανθρωποκεντρικός σχεδιασμός, ποιότητα ζωής