Οι σιδηροδρομικοί σταθμοί αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της μεταβιομηχανικής πόλης. Στον Ελλαδικό χώρο παρατηρείται το φαινόμενο της σταδιακής εγκατάλειψης και απαξίωσης τους, παρόλο που αποτελούν πολυδιάστατους τόπους. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί και ο σιδηροδρομικός σταθμός του Βόλου, ένα τοπόσημο βαθιά χαραγμένο στην ταυτότητα της πόλης για σχεδόν ενάμισι αιώνα. Σύμφωνα με την προυπάρχουσα έρευνα σε παγκόσμιο επίπεδο οι λόγοι εγκατάλειψης ποικίλουν κατά περίπτωση, με κύριο παράγοντα την μαζική χρήση ιδιωτικού οχήματος. Βέβαια στην Ελληνική περίπτωση πρόκειται για μάλλον συντονισμένη πολιτική απαξίωσης του σιδηροδρόμου ως μέσου μεταφοράς ανθρώπων και αγαθών. Η παρούσα εργασία εξετάζει την ιστορική εξέλιξη των σιδηροδρόμων στην Ελλάδα, και εστιάζει στην περίπτωση της πόλης του Βόλου. Ο σταθμός του Βόλου όντας μια ειδική περίπτωση ειδικά μετά τις καταστροφικές πλημμύρες του 2023, που τον έθεσε σε πλήρη αδράνεια καθώς πλημμύρισαν τόσο η επιδομή όσο και το κτιριακό σύνολο. Μέσω πρωτογενούς έρευνας και επιτόπιας παρατήρησης εντός και πέριξ του σταθμού καταλήγουμε πως τελικά η καταστροφή αποτελεί ευκαιρία για επανεξέταση αυτού του υπερμεγέθους χωρικού αποτυπώματος στην πόλη με άξονες την σιδηροδρομική δραστηριότητα, την πολιτιστική κληρονομιά και τον δημόσιο χώρο.
Λέξεις Κλειδιά: Σιδηρόδρομος, Δημόσιος Χώρος, Ανάπλαση, Πολιτιστική Κληρονομία, Αστικός Σχεδιασμός