Η διπλωματική εργασία με τίτλο «Κύθνος: Φάρος πολιτισμού και ναυτικής ιστορίας στο ακρωτήρι του Μέριχα» διερευνά τον φάρο όχι μόνο ως τεχνική υποδομή ναυσιπλοΐας, αλλά ως φορέα μνήμης, ιστορίας και πολιτιστικής ταυτότητας. Η αφετηρία της έρευνας βρίσκεται στην παρατήρηση ότι οι φάροι, ιδιαίτερα οι παραδοσιακοί πέτρινοι, αποτελούν ισχυρά τοπόσημα του παράκτιου τοπίου, συνδυάζοντας τεχνική ακρίβεια, λιτή γεωμετρία, ανθεκτικά υλικά και έντονη συμβολική αξία. Παρά τη λειτουργική τους προέλευση, δεν αποτελούν απλώς μηχανισμούς φωτισμού, αλλά μνημεία ναυτικής ιστορίας, τεχνολογικής εξέλιξης και ανθρώπινης παρουσίας στο τοπίο.
Η έρευνα εστιάζει στην Κύθνο και ειδικότερα στο ακρωτήρι του Μέριχα, στην είσοδο του βασικού λιμανιού του νησιού. Ο τόπος αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς συμπυκνώνει την έννοια της άφιξης, της μετάβασης από τη θάλασσα στη στεριά, της παρατήρησης και του προσανατολισμού. Στο ακρωτήρι βρίσκεται το ερείπιο ενός παλιού πέτρινου φάρου, ο οποίος έχει χάσει μεγάλο μέρος της αρχικής του μορφής και σήμερα σώζεται αποσπασματικά. Η πρόταση δεν αντιμετωπίζει αυτή την ερειπιώδη κατάσταση ως απλό πρόβλημα αποκατάστασης, αλλά ως πολύτιμο ίχνος χρόνου, φθοράς και μνήμης.
Κεντρική ιδέα της εργασίας είναι ότι ο φάρος δεν χρειάζεται να αναστηλωθεί απλώς ως μεμονωμένο μνημείο ούτε να επιστρέψει απαραίτητα στην αρχική του επιχειρησιακή λειτουργία. Αντίθετα, μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα ενός ευρύτερου δημόσιου συγκροτήματος: ενός πολυδύναμου κέντρου πολιτισμού και ναυτικής ιστορίας. Το έργο απαντά σε τρία βασικά ζητήματα: την εγκατάλειψη του φάρου, την ανάγκη της Κύθνου για πολιτιστικές υποδομές και την απουσία ενός οργανωμένου χώρου αφιερωμένου στη ναυτική ιστορία του νησιού και των Κυκλάδων.
Η σχεδιαστική πρόταση οργανώνεται με σεβασμό στο ερείπιο, ένταξη στο βραχώδες τοπίο και μεταφορά της κυκλαδίτικης οικιστικής λογικής σε σύγχρονη μορφή. Αντί για ένα ενιαίο, επιβλητικό κτίριο, το συγκρότημα αναπτύσσεται ως σύνολο μικρών όγκων, διαδρομών, αυλών, στάσεων και ημιυπαίθριων χώρων. Περιλαμβάνει μουσείο ναυτικής ιστορίας, χώρους εκδηλώσεων, ανοιχτό αμφιθέατρο, υπαίθριες διαδρομές, διοίκηση και τεχνικές εγκαταστάσεις. Η πέτρα λειτουργεί ως βασικό υλικό σύνδεσης με το τοπίο και το ερείπιο, ενώ το μπετόν και το μέταλλο εισάγονται ως σύγχρονα κατασκευαστικά στοιχεία με λειτουργική και συμβολική σημασία.
Τέλος, ο φωτισμός αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της πρότασης. Το συγκρότημα επιχειρεί να λειτουργήσει ως σύγχρονο φωτεινό τοπόσημο, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Ο σχεδιασμός συνδυάζει πιθανό ναυτιλιακό φωτισμό, εφόσον υπάρξει θεσμική έγκριση, με αρχιτεκτονικό φωτισμό που αναδεικνύει την πέτρα, το ερείπιο και τις διαδρομές. Έτσι, ο παλιός φάρος επανέρχεται στο τοπίο όχι ως ανακατασκευασμένο αντικείμενο, αλλά ως ζωντανή μνήμη που φωτίζει την ιστορία, τον δημόσιο χώρο και τη σύγχρονη ταυτότητα της Κύθνου.
Λέξεις κλειδιά: φάρος, πολιτισμός, ναυτική, ιστορία, ακρωτήρι