Αφετηρία της παρούσας διπλωματικής εργασίας αποτέλεσε η διερεύνηση των επιπτώσεων που προκάλεσε η κακοκαιρία “Daniel” στο ανατολικό Πήλιο. Μέσα από την εξερεύνηση της περιοχής και την παρατήρηση των αλλαγών που υπέστη το τοπίο, προέκυψε το ερώτημα για το πώς μπορεί να σχεδιαστεί μία πρόταση που να αναδεικνύει τη νέα μορφολογία του τοπίου χωρίς να προσπαθεί να την αποκρύψει.
Η έρευνα ξεκίνησε με επισκέψεις και καταγραφές στην περιοχή του ανατολικού Πηλίου, εστιάζοντας ιδιαίτερα στο ρέμα Καλοκαιρινού και τη γέφυρα του επαρχιακού δρόμου Ζαγοράς – Πουρίου η οποία το διασχίζει και είχε υποστεί σοβαρές ζημιές από τις πλημύρες. Παράλληλα μελετήθηκαν η χλωρίδα, η πανίδα, οι αγροτικές δραστηριότητες, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους αλληλοεπιδρούν οι κάτοικοι και οι επισκέπτες με το τοπίο του Πηλίου κατά τη διάρκεια του χρόνου.
Μέσω αυτής της διαδικασίας διαμορφώθηκε η πρόταση μιας κατοικήσιμης γέφυρας, που πέρα από ένα απλό στοιχείο διέλευσης θα αποτελεί και έναν πολυλειτουργικό τόπο παραμονής, παρατήρησης και κατοίκησης. Η γέφυρα αυτή συνδέεται με τα περιπατητικά μονοπάτια της περιοχής, ενσωματώνεται στο φυσικό τοπίο χάρη στο φυτεμένο δώμα της και φιλοξενεί διαφορετικές μορφές διαμονής, σημεία θέασης και λειτουργίες που εξυπηρετούν τόσο τους επισκέπτες όσο και τους μόνιμους κατοίκους.
Βασική επιδίωξη της πρότασης είναι η δημιουργία ενός μέρους όπου ο άνθρωπος δεν απομονώνεται από το φυσικό περιβάλλον, αλλά καλείται να το βιώσει, να το κατανοήσει και να συνυπάρξει μαζί του. Έτσι η γέφυρα λειτουργεί ως μέσο σύνδεσης μεταξύ τοπίου, κατοίκησης και συλλογικής εμπειρίας.
Λέξεις κλειδιά: Πήλιο, βιότοπος, κακοκαιρία “Daniel”, ανακατασκευή, κατοικήσιμη γέφυρα