Η παρούσα ερευνητική εργασία εξετάζει τη σχέση των κοινόχρηστων χώρων, γνωστών ως αλάνες, με το δίπολο δημόσιου-ιδιωτικού στη Νίκαια, μια περιοχή με πλούσια προσφυγική ιστορία και ιδιαίτερη αρχιτεκτονική ταυτότητα. Εστιάζει στον τρόπο που οι κάτοικοι οικειοποιούνται αυτούς τους χώρους μέσα από δραστηριότητες και αντικείμενα, μετατρέποντάς τους σε υβριδικούς χώρους όπου τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου θολώνουν. Οι αλάνες, από τον 20ό αιώνα μέχρι σήμερα, εξελίχθηκαν από καθημερινοί χώροι πρακτικών αναγκών σε σημεία κοινωνικής συνύπαρξης και προσωπικής έκφρασης.
Το πρώτο μέρος εστιάζει στη βιβλιογραφική επισκόπηση , παρουσιάζοντας το ιστορικό πλαίσιο της Νίκαιας, από τη δημιουργία της ως προσφυγικού συνοικισμού μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έως την ένταξή της στον αστικό ιστό της Αθήνας, καταγράφοντας τις πολεοδομικές παρεμβάσεις και τις κοινωνικές διεργασίες που επηρέασαν τη διαμόρφωση των κοινόχρηστων χώρων. Η έρευνα πεδίου, που αποτέλεσε το επόμενο στάδιο της μελέτης, βασίστηκε σε συγκεκριμένες μεθοδολογικές προσεγγίσεις για την καταγραφή της ανθρώπινης δραστηριότητας στις αλάνες, με κύριο άξονά της το οπτικό πεδίο (isovist) του Benedikt, και την επιτόπια παρατήρηση σε επιλεγμένες αλάνες, για την καταγραφή ανθρώπινων δραστηριοτήτων και αντικειμένων. Οι πρακτικές αυτές ανέδειξαν τη συμβολή της φυσικής διαμόρφωσης και της τοποθέτησης αντικειμένων στη μεταμόρφωση των αλανών σε χώρους ενδιάμεσης συνθήκης. Το τρίτο μέρος εξετάζει τις αλάνες ως πεδία κοινωνικής δράσης και νοηματοδότησης, όπου οι καθημερινές δραστηριότητες και τα αντικείμενα λειτουργούν ως μέσα οριοθέτησης και εξατομίκευσης. Οι κάτοικοι, μέσα από συλλογικές πρακτικές και αντικείμενα, διαπραγματεύονται τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, δημιουργώντας χώρους που ενισχύουν τη ρευστότητα και την κοινωνική συνοχή.
Συμπερασματικά, οι αλάνες της Νίκαιας αναδεικνύονται ως ζωντανοί χώροι αλληλεπίδρασης, συνδυάζοντας την οικειότητα του ιδιωτικού με τη συλλογικότητα του δημοσίου. Αυτοί οι χώροι, με τη ρευστότητα και τη μεταβατικότητά τους, υπογραμμίζουν τη σημασία της καθημερινότητας στη διαμόρφωση του αστικού ιστού και της κοινωνικής συνοχής, ενώ παραμένουν κρίσιμα πεδία χωρικής και κοινωνικής αλληλεπίδρασης.