Η παρούσα διπλωματική εργασία επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τις τυπολογίες στα κτίρια φιλοξενίας ζώων, προτείνοντας μια νέα οπτική στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό που αφορά τα ζώα συντροφιάς. Στόχος είναι η δημιουργία ενός πρότυπου καταφυγίου αδέσποτων σκύλων σε έναν ενεργό ελαιώνα στην περιοχή του Βόλου. Αφορμή για την επιλογή του συγκεκριμένου θέματος αποτέλεσε η βιωματική εμπειρία της υιοθεσίας ενός σκύλου από το δημοτικό κυνοκομείο του Βόλου, η οποία οδήγησε σε επιτόπια παρατήρηση και έναυσμα για έρευνα και μελέτη στα καταφύγια της Ελλάδας. Μέσα από αυτή την διαδικασία, διαπιστώθηκε ένα σημαντικό αρχιτεκτονικό κενό: ενώ ο άνθρωπος διαθέτει σαφή πρότυπα κατοίκησης για τον ίδιο, απουσιάζει η αντίστοιχη αρχιτεκτονική μέριμνα για τα ζώα συντροφιάς[1].
Τα υφιστάμενα καταφύγια, αν και κατ' όνομα προορίζονται για τα ζώα, είναι σχεδιασμένα με ανθρωποκεντρικά κριτήρια. Προτεραιότητα δίνεται στη γρήγορη εξυπηρέτηση, την ταχύτητα καθαρισμού και τη ευκολία των φροντιστών. Το αποτέλεσμα είναι χώροι που λειτουργούν ως «αποθήκες ψυχών», με λεία δάπεδα σκυροδέματος, ανεπαρκή θέρμανση και πολύ μικρά κλουβιά παρατεταμένα σε γραμμική διάταξη. Οι συνθήκες αυτές, προκαλούν στρες και ιδρυματοποίηση, περιορίζοντας την «ευζωία» στην απλή βιολογική επιβίωση.
Η παρούσα πρόταση επιχειρεί την ανατροπή αυτού του συμβατικού μοντέλου, προτείνοντας μια νέα τυπολογία που εστιάζει αποκλειστικά στην ευζωία του σκύλου μέσω του ζωοκεντρικού σχεδιασμού. Η μελέτη προσεγγίζει τον χώρο βασισμένη στις αισθήσεις και τις ανάγκες του σκύλου, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αποσυμπίεσης (stress-free) και εμπλουτισμού (enrichment). Στόχος είναι να δοθεί στο ζώο ο χώρος να εκφράσει τη φυσική του συμπεριφορά, να εξερευνήσει, να παίξει και ουσιαστικά, να ασκήσει το δικαίωμά του «να είναι σκύλος».
Ως πεδίο εφαρμογής επιλέχθηκε ένας ενεργός ελαιώνας στον Βόλο, όπου η αρχιτεκτονική ακολουθεί ήπιους ρυθμούς, παρατηρώντας τη φύση πριν παρέμβει. Οι κατοικίες των σκύλων και οι διαδρομές στον ελαιώνα αναπτύσσονται οργανικά, αποφεύγοντας τις αυστηρές χαράξεις. Ως δομική μονάδα επιλέγεται η τυπολογία των A-frames για όλες τις κατασκευές, αντλώντας έμπνευση από την αρχετυπική μορφή της σκυλίσιας κατοικίας, από την στέγη, δηλαδή, του κλασικού μικρού σπιτόσκυλου αυλής. Αυτές οι μορφές, κατασκευασμένες σε μεγάλο ποσοστό από υλικά επανάχρησης, «φωλιάζουν», ανάμεσα στα δέντρα. Είναι, τοποθετημένες με σημειακή θεμελίωση, ελαφρώς υπερυψωμένες από το έδαφος, σεβόμενες απόλυτα τον φυσικό κάνναβο και το ριζικό σύστημα των ελαιόδεντρων.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο, ο ρόλος του ανθρώπου μεταμορφώνεται ριζικά. Η αρχιτεκτονική παύει να εξυπηρετεί τη διαχείριση του εγκλεισμού και γίνεται εργαλείο συνύπαρξης. Το κεντρικό κτίριο δεν αποτελεί απλώς ένα διοικητικό κέλυφος, αλλά την «καρδιά» μιας κοινότητας ανθρώπων που αγαπούν τα ζώα, έναν πόλο έλξης γεμάτο δράσεις που καλλιεργούν την παιδεία και ενθαρρύνουν τον εθελοντισμό. Παράλληλα, η πρωτοπορία του εγχειρήματος εμφανίζεται στον συνδυασμό της εξωστρέφειας του κτιρίου και των προγραμμάτων με τα αυστηρά πρότυπα λειτουργίας, όπου το εξειδικευμένο προσωπικό και ο σχεδιασμός των χώρων, διασφαλίζουν πως δεν λείπει τίποτα από την καθημερινή φροντίδα και ασφάλεια των ζώων. Έτσι, το καταφύγιο από τόπος θλίψης και απομόνωσης, μετεξελίσσεται σε έναν πρωτοποριακό, επισκέψιμο προορισμό ζωής, χαράς και ουσιαστικής προσφοράς.
Λέξεις κλειδιά: Καταφύγιο αδέσποτων ζώων, Συνύπαρξη, Αρχιτεκτονική για τα ζώα, Ελαιώνας, Εθελοντισμός
[1] Η θεωρητική έρευνα υπάρχει στο ερευνητικό τεύχος των συγγραφέων: Η πρόκληση των αδέσποτων ζώων: Καταφύγια, φιλοζωικές πρωτοβουλίες και βιώσιμες λύσεις.