Η παρούσα μελέτη διερευνά τη σχέση της πόλης του Βόλου με το θαλάσσιο μέτωπο, εστιάζοντας στην περιοχή του Αναύρου ως πεδίο όπου διασταυρώνονται ιστορικές, κοινωνικές, πολεοδομικές και περιβαλλοντικές διεργασίες. Αφετηρία αποτελεί η διαπίστωση ότι η θάλασσα, παρότι καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητας της πόλης, έχει καταστεί τα τελευταία χρόνια ένας ολοένα και λιγότερο προσβάσιμος χώρος καθημερινής χρήσης, εξαιτίας περιβαλλοντικών πιέσεων και ακραίων φυσικών φαινομένων. Η απώλεια της δυνατότητας κολύμβησης εντός του αστικού ιστού αναδεικνύει το ζήτημα της εγγύτητας σε καθαρά και ασφαλή ύδατα ως κρίσιμη παράμετρο του σύγχρονου αστικού σχεδιασμού. Η μελέτη προσεγγίζει ιστορικά την ανάδυση των θαλάσσιων λουτρών στον ελληνικό χώρο από τα τέλη του 19ου αιώνα, αναδεικνύοντας το λουτρό ως κοινωνική πρακτική και όχι απλώς ως μορφή αναψυχής ή υγιεινής. Η μετάβαση από τα αυστηρά οργανωμένα και έμφυλα διαχωρισμένα λουτρά στις μικτές παραλίες (bains mixtes) αποτυπώνει έναν ευρύτερο μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων και του δημόσιου χώρου, όπου το σώμα, η ορατότητα και η αρχιτεκτονική συνυφαίνονται. Η περίπτωση του Αναύρου εξετάζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας. Τα ξύλινα λουτρά και οι εξέδρες των αρχών του 20ού αιώνα συγκροτούσαν ένα ελεγχόμενο λουτρικό τοπίο, το οποίο σταδιακά αποδομήθηκε μέσα από τη φθορά, τη μετασεισμική ανασυγκρότηση και την αστική επέκταση, οδηγώντας στη διαμόρφωση ενός ανοιχτού δημόσιου πάρκου. Ωστόσο, η σύγχρονη περιβαλλοντική υποβάθμιση επαναφέρει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της σχέσης πόλης και νερού. Η εργασία καταλήγει σε μια σχεδιαστική πρόταση που αντιμετωπίζει το νερό ως ενεργό χωρικό και κοινωνικό παράγοντα, προτείνοντας παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην αποκατάσταση μιας ανθεκτικής, βιώσιμης και συλλογικά προσβάσιμης σχέσης ανάμεσα στον αστικό χώρο και τη θάλασσα.
Λέξεις Κλειδιά : Μπάνιο, Κολύμπι, Πλαζ, Πάρκο, Νερό