Ποιος είναι ο αντίκτυπος στην ποιότητα κατοίκησης, όταν η επάρκεια χώρου δεν συνοδεύεται από ανάλογη λειτουργικότητα;
Το παρόν πόνημα πραγματεύεται την αναθεώρηση των προτύπων κατοίκησης, με κέντρο μελέτης ένα οροφοδιαμέρισμα του 1980, σε μία ημιαστική γειτονιά της Μυτιλήνης.
Το ερευνητικό ερώτημα που τίθεται αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο χώρος μπορεί να μετασχηματιστεί, προκειμένου να φιλοξενεί αποτελεσματικά τα δώδεκα μέλη της οικογένειας που τον χρησιμοποιούν κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, υπερβαίνοντας τις προδιαγραφές κατοίκησής του. Το διαμέρισμα στο οποίο εστιάζει η μελέτη ακολουθεί τα αρχιτεκτονικά πρότυπα της εποχής του, με μεγάλους ανεκμετάλλευτους εσωτερικούς χώρους και στενά, δυσλειτουργικά μπαλκόνια, στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στις σημερινές ανάγκες και, παρά τη γειτνίασή του με την θάλασσα, δεν αντανακλά τα χαρακτηριστικά ενός σπιτιού διακοπών.
Η μεθοδολογική προσέγγιση περιέλαβε αναδρομή στην ιστορική και τυπολογική ταυτότητα του κτιρίου, λεπτομερή καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης και ανάλυση των στατικών χαρακτηριστικών του διαμερίσματος. Ακολούθησε σειρά σχεδιαστικών δοκιμών, μέσω των οποίων αναπτύχθηκαν εναλλακτικές προτάσεις εσωτερικής διαρρύθμισης.
Οι προτάσεις αυτές διατήρησαν τα βασικά μορφολογικά και δομικά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα εισήγαγαν ευέλικτες λύσεις που επιτρέπουν την καλύτερη αξιοποίηση του διαθέσιμου χώρου, την ενίσχυση της συλλογικής κατοίκησης και την προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της οικογένειας.
Η μελέτη δείχνει ότι με τις κατάλληλες αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις, ακόμη και κατοικίες του παρελθόντος με περιορισμένη λειτουργικότητα μπορούν να μεταμορφωθούν σε ευέλικτους και βιώσιμους χώρους και να αποκτήσουν νέες λειτουργικές και αισθητικές αξίες, καθιστώντας την κατοικία χώρο ζωντανό και φιλόξενο για όλους τους χρήστες.