Η διπλωματική εργασία αφορμάται από τη μνήμη των προσφυγικών κατοικιών της Νίκαιας και την ανάγκη να επανανοηματοδοτηθούν όχι ως εγκαταλελειμμένα κελύφη, αλλά ως ζωντανά πεδία ιστορίας, συλλογικότητας και καθημερινής ζωής. Από το ιστορικό υπόβαθρο του 1922 και την εγκατάσταση των προσφύγων, αναδείχθηκε ο ρόλος της κατοικίας ως κατεξοχήν φορέα ταυτότητας και μνήμης. Παράλληλα, διερευνήθηκε η σχέση μνήμης και αρχιτεκτονικής, όχι ως στατικής αναπαράστασης, αλλά ως βιώματος που ενεργοποιείται στον χώρο.
Η μεθοδολογική πορεία της έρευνας ξεκίνησε από το γενικότερο αστικό πλαίσιο – τις αλάνες και τους κοινόχρηστους χώρους της πόλης– και κατέληξε στο οικοδομικό τετράγωνο 183, όπου μέσα από αποτυπώσεις, χαρτογραφήσεις και επιτόπιες παρατηρήσεις αποκαλύφθηκαν οι χωρικές και κοινωνικές ποιότητες της προσφυγικής και της σύγχρονης κατοίκησης. Τα ίχνη της καθημερινής ζωής, οι αλλοιώσεις του χρόνου και οι τυπολογικές ιδιαιτερότητες συγκρότησαν τη βάση για μια αρχιτεκτονική πρόταση που επιχειρεί να διατηρήσει και να αναδείξει όσα ήδη υπάρχουν: τα πατώματα, τα αποτυπώματα των τοίχων, τις συμμετρικές σκάλες και τα μπαλκόνια που αποτέλεσαν τους βασικούς άξονες κίνησης και πρόσβασης στις κατοικίες και την αλάνα ως τόπο συλλογικότητας. Μέσα από αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις στο υπάρχον κτιριακό απόθεμα και ήπιες προσθήκες, το Μουσείο Προσφυγικής Κληρονομιάς επιδιώκει να μετασχηματίσει τα ίδια του τα κτίρια σε εκθέματα που αφηγούνται την ιστορία τους.
Η εργασία δεν αντιμετωπίζει το μουσείο ως μια κλειστή συλλογή αντικειμένων, αλλά ως ανοιχτό πεδίο εμπειρίας. Ένας χώρος που δεν απευθύνεται μόνο στους επισκέπτες του, αλλά κυρίως στη γειτονιά και τους κατοίκους της, θέλοντας να λειτουργήσει ως πόλος μνήμης και δραστηριοτήτων. Έτσι, η πρόταση δεν φιλοδοξεί να δώσει οριστικές απαντήσεις· επιχειρεί να αναδείξει πως η αρχιτεκτονική μπορεί να συνομιλήσει με την ιστορία, δίνοντάς της νέα ζωή στην καθημερινότητα.