Η παρούσα διπλωματική εργασία προτείνει ένα πρότυπο κοινωνικής κατοικίας με οικολογικό και κοινωνικό προσανατολισμό, στο αστικό τοπίο της Αθήνας και συγκεκριμένα στον ιστορικά φορτισμένο χώρο των Κουντουριώτικων. Το οικόπεδο, που παραμένει κενό μετά την κατεδάφιση των προσφυγικών κατοικιών, αντιμετωπίζεται όχι ως εγκαταλειμμένο, αλλά ως ενεργό πεδίο μνήμης και δυναμικότητας για τη μελλοντική αστική συμβίωση.
Η πρόταση επαναφέρει την έννοια της κοινωνικής κατοίκησης στο κέντρο της αρχιτεκτονικής σκέψης, αναπτύσσοντας ένα κτιριακό σύμπλεγμα που ενσωματώνεται στον ιστό της πόλης, σε άμεση σχέση με τον δημόσιο χώρο. Οι κατοικίες οργανώνονται γύρω από κοινόχρηστους πυρήνες δραστηριοτήτων, ενώ ενσωματώνεται ένα πολυεπίπεδο σύστημα ανακύκλωσης νερού, το οποίο συγκεντρώνει, καθαρίζει και επαναχρησιμοποιεί τα γκρίζα ύδατα των διαμερισμάτων.
Το υδάτινο σύστημα αναπτύσσεται σε τέσσερα στάδια: αρχικά, τα νερά συλλέγονται σε δεξαμενή αποθήκευσης, ακολουθεί φυσικό φιλτράρισμα με διαστρωμάτωση χαλικιών, άμμου και ενεργού άνθρακα, και στη συνέχεια οδηγούνται σε υπέργεια δεξαμενή φυτοεξυγίανσης. Αυτή εκτείνεται σαν αρχιτεκτονική χειρονομία προς την πόλη, δημιουργώντας έναν χώρο νερού και πρασίνου στον οποίο το νερό κυλά αργά μέσα από ειδικά επιλεγμένα φυτά. Το τελικό στάδιο περιλαμβάνει απολύμανση με υπεριώδη ακτινοβολία UV-C, πριν την τελική χρήση ή διοχέτευσή του στο οικοσύστημα.
Ο σχεδιασμός προτείνει μια νέα σχέση ανάμεσα στην κατοίκηση, τον δημόσιο χώρο και τη διαχείριση των φυσικών πόρων. Η κοινωνική κατοικία δεν προσεγγίζεται ως μια λύση ανάγκης, αλλά ως μια σύγχρονη αστική τυπολογία που επανασυνδέει τους κατοίκους με τη γη, το νερό και τη συλλογικότητα. Η πρόταση εξετάζει τη δυνατότητα εφαρμογής ενός οικολογικού μοντέλου κατοίκησης στο πλαίσιο του πυκνοδομημένου αστικού κέντρου της Αθήνας.