Στο Νέο Κλήμα Σκοπέλου, στην παραθαλάσσια περιοχή του Χόβολο, προτείνεται η δημιουργία ενός πολυλειτουργικού κτηρίου που φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο συνάντησης για διαφορετικές μορφές κατοίκησης και χρήσης, καλύπτοντας τις ανάγκες των μόνιμων, προσωρινών και επισκεπτών κατοίκων του νησιού.
Η αρχιτεκτονική πρόταση αναπτύσσεται εντός ενός τοπίου που φέρει εμφανή τα σημάδια παλαιότερης λατομικής δραστηριότητας. Σε έναν τόπο ήδη αλλοιωμένο από την ανθρώπινη παρέμβαση, το κτήριο δεν επιδιώκει να καλύψει το τραύμα αλλά να συνυπάρξει με αυτό, προτείνοντας έναν νέο τρόπο παρουσίας μέσα στο τοπίο.
Το κτήριο οργανώνεται ως ένα ενιαίο σύνολο πολλαπλών χρήσεων. Περιλαμβάνει χώρους διαμονής, πολιτιστικές και κοινωνικές υποδομές, χώρους εκπαίδευσης, άθλησης και εστίασης, καθώς και λειτουργίες που υποστηρίζουν την τοπική οικονομία, όπως γραφεία και χώρους ενοικίασης. Η συνύπαρξη αυτών των χρήσεων εντός του ίδιου κελύφους επιχειρεί να επανεξετάσει τη σχέση ανάμεσα στον επισκέπτη και τον τόπο, προτείνοντας ένα υβριδικό μοντέλο κατοίκησης και φιλοξενίας που ανταποκρίνεται στις ιδιαιτερότητες της νησιωτικής πραγματικότητας.
Σε μορφολογικό επίπεδο, το κτήριο αναπτύσσεται ακολουθώντας τις ισοϋψείς του εδάφους, ενσωματωμένο στη γεωμετρία του βραχώδους τοπίου. Η εξωτερική του επιδερμίδα σχεδιάζεται ως συνέχεια του βράχου, με χρήση τοπικής πέτρας και κεκλιμένων επιπέδων. Συγκροτείται αποκλειστικά από σταθερές πέτρινες περσίδες, που οργανώνονται σε ρυθμική διάταξη, αφήνοντας το φως και τη σκιά να εναλλάσσονται, δημιουργώντας ένα φίλτρο που εναρμονίζεται με τη φυσική τοπογραφία και ενισχύοντας τον διάλογο με την υλικότητα και τις μνήμες του τόπου. Η μορφή του κτηρίου εμφανίζεται άλλοτε έντονα και άλλοτε υποχωρεί στο περιβάλλον, διατηρώντας μια διαρκή, δυναμική σχέση με αυτό.
Η πρόταση δεν επιδιώκει να επιβάλει μια νέα εικαστική ταυτότητα, αλλά να σταθεί με σεμνότητα και επίγνωση στο μεταβαλλόμενο τοπίο, λειτουργώντας ως ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στον βράχο και τον άνθρωπο.