Η έννοια της εστίας συνιστά μια βαθύτερη υπαρξιακή συνθήκη, η οποία συνδέεται άμεσα με την κατασκευή της ανθρώπινης ταυτότητας και την αναζήτηση του νοήματος μέσα από την σταθερότητα και την ασφάλεια.
Η εστία δεν είναι απλώς ένα σημείο αναφοράς στον χώρο, αλλά η υλική και πνευματική έκφραση του οικείου, της οντολογικής ρίζας του ατόμου. Η ανάγκη για ρίζωμα δεν αφορά μόνο τη φυσική παρουσία, αλλά και τη συναισθηματική και νοητική σχέση με το περιβάλλον στο οποίο κατοικεί.
Ωστόσο, η ανεστιότητα μπορεί να λειτουργεί επίσης ως ένα πλαίσιο κατοίκησης, απομυθοποιώντας την προσκόλληση στην έννοια της σταθερότητας. Η διαρκής μετατόπιση και η αναζήτηση νέων τόπων και εμπειριών αναδεικνύουν μια διαφορετική δυναμική ταυτότητας, η οποία διαμορφώνεται μέσα από τη συνεχή επαφή με το άγνωστο.
Η κατοίκηση συνιστά θεμελιώδες στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου το σπίτι αναδεικνύεται ως καταφύγιο προβλεψιμότητας, το οποίο προσφέρει την αίσθηση συνέχειας και ανάπτυξης μέσω της καθημερινής του σταθερότητας. Με αυτόν τον τρόπο, το σπίτι υπερβαίνει τη φυσική του υπόσταση, αντικατοπτρίζοντας την προσωπική ταυτότητα και τις βιωμένες εμπειρίες.
Παράλληλα, καταγράφονται οι αντιθέσεις μεταξύ της σταθερότητας του οικείου και της επιθυμίας για εξερεύνηση του άγνωστου, εκφράζοντας τις υπαρξιακές συγκρούσεις του ανθρώπου ανάμεσα στην ανάγκη για ρίζες και την επιθυμία για διαφυγή από το γνώριμο.
Συνολικά, η ισορροπία μεταξύ της σταθερότητας και της αλλαγής αποτελεί ουσιαστική υπαρξιακή ανάγκη. Αυτή η δυναμική ισορροπία συνιστά την αέναη αναζήτηση μιας σύνθεσης μεταξύ της ασφάλειας που προσφέρει η εστία και της επιθυμίας για διαρκή κίνηση και μεταμόρφωση. Μέσα από αυτήν τη συνεχή διαδικασία, το υποκείμενο επαναπροσδιορίζει το Είναι του.