Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι ελεύθεροι πράσινοι χώροι είναι ύψιστης σημασίας, καθώς προάγουν μια πιο ποιοτική και βιώσιμη καθημερινότητα στους κατοίκους των σύγχρονων αστικών κέντρων. Αν και αποτελούν σημαντικό κομμάτι του αστικού ιστού και συνδράμουν ουσιαστικά στη λειτουργική και αισθητική αναβάθμιση τους, είναι σύνηθες φαινόμενο στις ελληνικές πόλεις οι χώροι αυτοί να μην λαμβάνουν ιδιαίτερης προσοχής ή ακόμα και να εκλείπουν. Σε μια προσπάθεια, λοιπόν, ευαισθητοποίησης και επανασύνδεσης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, οι πρακτικές αστικής γεωργίας επανέρχονται στο προσκήνιο.
Συχνά, εντοπίζονται προσπάθειες σε ιδιωτικούς χώρους (πχ μπαλκόνια, αυλές, ταράτσες), ωστόσο στους δημόσιους χώρους (πχ πάρκα, πλατείες, σχολικές αυλές, κοινοτικά και δημοτικά οικόπεδα) τα παραδείγματα αστικής καλλιέργειας είναι ελάχιστα. Εντούτοις, οι σχολικές αυλές αποτελούν τα ιδανικά πεδία εφαρμογής καλλιεργητικών δραστηριοτήτων, καθώς πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις και ενθαρρύνουν την περιβαλλοντική εκπαίδευση.
Η παρούσα έρευνα επικεντρώνεται στην πόλη της Ξάνθης και πιο συγκεκριμένα στο παράδειγμα σχολικού λαχανόκηπου του 3ου νηπιαγωγείου Ξάνθης. Ειδικότερα, καταγράφεται όλη η προσπάθεια δημιουργίας και συντήρησης ενός σχολικού κήπου μέσα στα πλαίσια μιας σύγχρονης επαρχιακής πόλης. Παράλληλα, εξετάζονται η επιρροή και η ανταπόκριση που είχε το πρόγραμμα από τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς, τα δυνατά σημεία, αλλά και οι δυσκολίες του project και οι συνθήκες που θα πρέπει να επικρατούν ώστε να επιτευχθεί και να υιοθετηθεί το εγχείρημα των λαχανόκηπων, με στόχο τα σχολικά προαύλια να ενταχθούν στο δίκτυο πρασίνου της εκάστοτε πόλης.