Η ουσιαστική κατανόηση του αφηγηματικού χώρου προϋποθέτει τη στοιχειοθέτηση τριών αξόνων που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με αυτόν: τη σχέση του υποκειμένου με το χώρο, τη σχέση του υποκειμένου με την αφήγηση -τόσο αυτού που τη συνθέτει, όσο και αυτού που την προσλαμβάνει- και τελικά τη σχέση μεταξύ του χώρου με τον αφηγηματικό χώρο. Η εξερεύνηση των παραπάνω σχέσεων αποτελεί το ζητούμενο αυτής της ερευνητικής εργασίας, η οποία φιλοδοξεί να διαλευκάνει τους ασυνείδητους μηχανισμούς της εκπλήρωσης αλλά και της πρόσληψης του χώρου, αφηγηματικού και μη. Το πρώτο βήμα που ακολουθείται για την εκπλήρωση του παραπάνω είναι η λήψη τριών παραδειγμάτων αφήγησης τα οποία έχουν συγγενείς βάσεις. Έτσι, ενώ καθίστανται τα πορίσματα, από την ανάλυση του κάθε ενός, συγκρίσιμα με αυτά των άλλων δύο, συνεχίζουν να διαθέτουν και σημαντικές διαφορές, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα καρποφόρο έδαφος για εμβάθυνση. Για να ενδυναμωθεί η ορθότητα των αναλύσεων, προηγήθηκε εκτενής συζήτηση με τους συνθέτες δύο εκ των αφηγήσεων, ενώ, τελικά, η κίνηση αυτή βοήθησε επιπλέον στην οργάνωση των σημείων της έρευνας στο σύνολό της. Έπειτα, στο δεύτερο μισό της έρευνας συστήνεται ένα σχήμα το οποίο επιδιώκει να θεωρήσει τους τρεις βασικούς άξονες, οργανώνοντάς τους στα βήματα που τους συστήνουν. Στην οντολογική του βάση αξιοποιείται η θεωρία του Heideggerγια τη σχέση μεταξύ του υποκειμένου με το χώρο. Έπειτα με βιβλιογραφικές αναφορές σε διατυπώσεις αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και ρητόρων μέχρι και σε σύγχρονες κοινωνιολογικές θεωρίες συντάσσονται τα τμήματα της έρευνας που αφορούν τις αισθήσεις, τη μνημονική και την αποτύπωση, την αφήγηση. Τελειώνοντας η οντολογική θεωρία του Heideggerλαμβάνεται ως δάνειο για να επαναπροσεγγιστούν ο αφηγηματικός χώρος και το προσλαμβάνον -της αφήγησης- υποκείμενο ξανά ως πρωταρχικά και στοιχειώδη. Στο σύνολό της, η έρευνα οργανώνεται με τρόπο ώστε να καταλήξει από ‘κει από όπου άρχισε: στη σχέση μεταξύ χώρου και υποκειμένου ιδωμένη μέσα από την αφήγηση.